
Απ. Αποστόλου στο “Π”: Ποιότητα ζωής ή πολιτικός αμοραλισμός;
–Το ερώτημα που η κοινωνία δεν μπορεί άλλο να αναβάλλει
Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ*
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ρώμης
Μπορεί σήμερα να διατυπωθεί ως πολιτική απαίτηση η ποιότητα ζωής; Ή μήπως η κοινωνία έχει πλέον συμβιβαστεί με μια κατάσταση διαρκούς υποβάθμισης, θεωρώντας ότι ο πολιτικός αμοραλισμός αποτελεί φυσικό και αναπόφευκτο χαρακτηριστικό της δημόσιας ζωής; Πρόκειται για ένα ερώτημα που υπερβαίνει τις κομματικές αντιπαραθέσεις και αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής.
Η σημερινή κυβέρνηση κρίνεται πρωτίστως από τις πολιτικές της επιλογές και τα αποτελέσματά τους στην καθημερινότητα των πολιτών. Και σε αυτό το πεδίο η εικόνα είναι αντιφατική. Από τη μία πλευρά, προβάλλεται ως επιτυχία η επίτευξη υψηλών δημοσιονομικών επιδόσεων και η δημιουργία υπερπλεονασμάτων. Από την άλλη, όμως, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: Ποιος πληρώνει το κόστος αυτής της πολιτικής, που είναι εντελώς λάθος;
Τα υπερπλεονάσματα δεν είναι ουδέτεροι αριθμοί. Αποτελούν πολιτικές επιλογές. Και όταν επιτυγχάνονται σε μια οικονομία όπου τα νοικοκυριά δοκιμάζονται από την ακρίβεια, το στεγαστικό κόστος και τη φορολογική επιβάρυνση, τότε η επιτυχία του κράτους μετατρέπεται συχνά σε αποτυχία της κοινωνίας. Ένα σημαντικό μέρος του βάρους της κρίσης και της μεταμνημονιακής προσαρμογής μεταφέρθηκε στους πολίτες, οι οποίοι καλούνται να χρηματοδοτήσουν τη δημοσιονομική σταθερότητα μέσα από τη συρρίκνωση της αγοραστικής τους δύναμης.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αναμφίβολα, το τραπεζικό σύστημα χρειαζόταν εξυγίανση. Ωστόσο, το μοντέλο που επιλέχθηκε δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα. Χιλιάδες δάνεια μεταβιβάστηκαν σε επενδυτικά κεφάλαια, τα οποία εξασφάλισαν εξαιρετικά υψηλές αποδόσεις, αποκτώντας περιουσιακά στοιχεία σε τιμές που συχνά απείχαν σημαντικά από την πραγματική τους αξία. Για πολλούς πολίτες, η αίσθηση δικαιοσύνης τραυματίστηκε βαθιά. Είδαν την πρώτη κατοικία, τις μικρές επιχειρήσεις και τον κόπο μιας ζωής να μετατρέπονται σε αντικείμενα χρηματοοικονομικής διαχείρισης.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός λειτουργεί ως ένας αόρατος αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικός μηχανισμός αναδιανομής εισοδήματος. Οι μισθοί αυξάνονται ελάχιστα αναφορικά με τις τιμές, ενώ οι συντάξεις χάνουν μέρος της πραγματικής τους αξίας και οι αποταμιεύσεις διαβρώνονται καθημερινά. Ο πολίτης μπορεί να διατηρεί τον ίδιο αριθμό ευρώ στον λογαριασμό του, αλλά η αγοραστική δύναμη αυτών των ευρώ μειώνεται διαρκώς. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα έμμεσο «κούρεμα», το οποίο δεν ανακοινώνεται ποτέ επισήμως, αλλά γίνεται αισθητό σε κάθε επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ, σε κάθε λογαριασμό ενέργειας, σε κάθε ενοίκιο που αυξάνεται.
Ακόμη πιο παράδοξο είναι το γεγονός ότι οι καταθέτες παραμένουν εγκλωβισμένοι σε συνθήκες σχεδόν μηδενικών αποδόσεων. Ενώ τα επιτόκια δανεισμού αυξήθηκαν σημαντικά τα τελευταία χρόνια και η ανταμοιβή της αποταμίευσης παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Έτσι, η μεσαία τάξη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διπλή πίεση: Χάνει εισόδημα από τον πληθωρισμό και ταυτόχρονα αδυνατεί να προστατεύσει τις οικονομίες της.
Μπροστά σε αυτήν την πραγματικότητα, τι κάνει ο πολίτης; Η απάντηση βέβαια δεν είναι απλή. Ένα μέρος της κοινωνίας προσαρμόζεται. Δηλαδή, περιορίζει προσδοκίες, αναβάλλει σχέδια και τα αποδέχεται ως φυσιολογικές συνθήκες, που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν απαράδεκτες. Ένα άλλο μέρος επιλέγει την αποχή, την ιδιώτευση ή την αδιαφορία. Και ένα τρίτο εκφράζει τη δυσαρέσκειά του αποσπασματικά, χωρίς όμως να βρίσκει ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο που να μετατρέπει την αγανάκτηση σε δημιουργική δύναμη αλλαγής.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο πολιτικό κενό της εποχής. Η διαμαρτυρία από μόνη της δεν αρκεί. Για να συγκροτηθεί μια πραγματική πολιτική πρόταση απαιτείται ένα αφετηριακό κλειδί, μια κεντρική ιδέα ικανή να λειτουργήσει ως καταλύτης κοινωνικής δυναμικής. Μια ιδέα που να συνδέει την οικονομία με τη δημοκρατία, την ανάπτυξη με τη δικαιοσύνη, την αποτελεσματικότητα με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Ίσως αυτό το κλειδί να είναι ακριβώς η ποιότητα ζωής. Όχι ως αόριστο σύνθημα αλλά ως συγκεκριμένος πολιτικός στόχος. Αξιοπρεπείς μισθοί, προσιτή κατοικία, ισχυρό δημόσιο σύστημα υγείας, αποτελεσματική παιδεία, θεσμική διαφάνεια και πραγματικές δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας. Μια κοινωνία δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένη μόνο επειδή βελτιώνονται οι μακροοικονομικοί δείκτες. Και αυτό γιατί η επιτυχία της μετριέται από το αν οι πολίτες της ζουν καλύτερα, αισθάνονται ασφαλείς και μπορούν να σχεδιάσουν το μέλλον τους.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο έλληνας πολίτης είναι έτοιμος να διεκδικήσει ξανά αυτήν την προτεραιότητα. Αν είναι έτοιμος να απαιτήσει πολιτική που να λογοδοτεί, όχι μόνο για τους αριθμούς αλλά και για τις ζωές των ανθρώπων. Αν είναι έτοιμος να απορρίψει την ιδέα ότι η υποβάθμιση των προσδοκιών αποτελεί μονόδρομο.
Η Ιστορία δείχνει ότι καμία κοινωνία δεν αλλάζει όταν αποδέχεται τη μοιρολατρία ως κανονικότητα. Οι μεγάλες μεταβολές ξεκινούν όταν οι πολίτες αποφασίζουν ότι αυτό που θεωρείται αναπόφευκτο δεν είναι πλέον ανεκτό. Το πραγματικό δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι αν υπάρχει εναλλακτική. Είναι αν υπάρχει ακόμη η συλλογική βούληση να αναζητηθεί.
*Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».