
Ανατρέπει τα πάντα σε οικονομία και κοινωνία η γήρανση του πληθυσμού
–Πρόκληση αλλά και ευκαιρία για σημαντικές αλλαγές στα εργασιακά δεδομένα και στη βιωσιμότητα των Ταμείων η αύξηση του προσδόκιμου ζωής
Ποιες είναι οι επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού στην παγκόσμια οικονομία; Ποιες δημοσιονομικές και νομισματικές προκλήσεις εγείρονται σε μια κοινωνία που ζει περισσότερο;
Πώς μπορούν οι θεσμοί να αναδιαμορφωθούν για να ανταποκριθούν στις ανάγκες της νέας αυτής εποχής; Αυτά και πολλά ακόμη κρίσιμα ερωτήματα τέθηκαν στο επίκεντρο του διεθνούς συνεδρίου «Economics of Longevity and Ageing», το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 17 και 18 Ιουνίου στην Αθήνα, στο αμφιθέατρο της Τράπεζας της Ελλάδος, με την υποστήριξη της Τράπεζας της Ελλάδος και της Περιφέρειας Αττικής. Το συνέδριο ήταν πρωτοβουλία του CEPR RPN on Ageing and Longevity, του OECD Crete Centre on Population Dynamics, του EIT Oxford και του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών και έφερε στην Αθήνα κορυφαίους οικονομολόγους, εκπροσώπους διεθνών οργανισμών και φορείς χάραξης πολιτικής από όλο τον κόσμο.
Το συνέδριο άνοιξε έναν ουσιαστικό διάλογο για το πώς μπορούμε να επανασχεδιάσουμε την οικονομία, την εργασία και τους θεσμούς στο πλαίσιο μιας κοινωνίας όπου η μακροζωία είναι πλέον ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Ειδικότερα, η θεματολογία κάλυψε τρεις βασικούς άξονες:
• Η σχέση της μακροζωίας με τη νομισματική πολιτική – επιδράσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, στις αποταμιεύσεις και στα επιτόκια.
• Η υγεία ως μοχλός ανάπτυξης – με έμφαση στην πρόληψη και στο μέρισμα μακροζωίας ως παράγοντες οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.
• Ανασχεδιασμός θεσμών – από τα συστήματα συντάξεων και υγειονομικής φροντίδας έως την αγορά εργασίας και την εκπαίδευση.
Στο συνέδριο συμμετείχαν οι εξής ομιλητές από κορυφαίους οργανισμούς και ιδρύματα: Andrew Scott (EIT, London Business School, CEPR), Oscar Arce (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), David Miles (Imperial College London και Office for Budget Responsibility), Adrian Auclert (Stanford University), Andrea Ferrero (University of Oxford), Angela D’Elia (Ευρωπαϊκή Επιτροπή), David Canning, Lisa Berkman (Harvard University), Shruti Singh, Alvaro Pereira, Matthias Schief (ΟΟΣΑ) και Bertrand Gruss (ΔΝΤ). Μεταξύ των ομιλητών από την Ελλάδα ήταν o υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου, ο περιφερειάρχης Αττικής Νίκος Χαρδαλιάς και ο επικεφαλής του Οικονομικού Γραφείου του Πρωθυπουργού Μιχάλης Αργυρού.
Andrew Scott: Δεν αρκεί να αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής
Μια συνολική θεώρηση για τη μετάβαση σε μια «κοινωνία της μακροβιότητας» παρουσίασε ο Andrew Scott, καθηγητής του London Business School, συνεργάτης του Centre for Economic Policy Research (CEPR) και μέλος του Ellison Institute of Technology. Ο καθηγητής εστίασε στον κρίσιμο ρόλο της υγείας ως παράγοντα που επηρεάζει την απασχόληση, την οικονομική απόδοση και τη βιωσιμότητα του δημόσιου συστήματος υγείας. Όπως υπογράμμισε, «δεν αρκεί να ζούμε περισσότερο, πρέπει να παραμένουμε υγιείς περισσότερο». Η παρουσίασή του ανέδειξε τη νέα μακροοικονομική διάσταση της υγείας, ειδικά σε κοινωνίες με ταχύτατα γηράσκοντα πληθυσμό. Εστιάζοντας στις ηλικίες 50 – 65 ετών, σημείωσε ότι η ενίσχυση της συμμετοχής στην εργασία αυτής της ηλικιακής ομάδας είναι καθοριστική για τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών και υγειονομικών συστημάτων.
Μέσα από διαγράμματα, ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο η υγεία, το εισόδημα και ο κύκλος ζωής αλληλεπιδρούν για να διαμορφώσουν την ποιότητα ζωής. Τεκμηρίωσε ότι η υγεία είναι ισχυρότερος παράγοντας ευημερίας από το εισόδημα, ενώ ανέδειξε τις ηλικιακά σχετιζόμενες νόσους –όπως τα καρδιαγγειακά και η άνοια– ως κορυφαίες προκλήσεις παγκοσμίως.
Σημείωσε χαρακτηριστικά ότι τα σύγχρονα συστήματα υγείας είναι σχεδιασμένα για να διατηρούν τη ζωή, όχι απαραίτητα την υγεία. Για να καταδείξει το δίλημμα, χρησιμοποίησε δύο συμβολικά σενάρια: το «μοντέλο Πίτερ Παν» (καθυστέρηση της γήρανσης) και το «μοντέλο λυκάνθρωπου» (παράταση ζωής χωρίς αντίστοιχη υγεία). Όπως είπε, η αξία ενός επιπλέον υγιούς έτους ζωής είναι μεγαλύτερη από την αξία ενός έτους ζωής χωρίς υγεία, και αυτή η διαφορά αυξάνεται με την ηλικία.
Υπογράμμισε ότι η γήρανση είναι εύπλαστη και εξαρτάται όχι μόνο από τη βιολογία, αλλά και από κοινωνικούς και συμπεριφορικούς παράγοντες: την εκπαίδευση, το εισόδημα και τις καθημερινές μας επιλογές.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο «αθροιστικό όφελος της προληπτικής υγείας», τονίζοντας πως όσο νωρίτερα ξεκινά η επένδυση στην πρόληψη, τόσο μεγαλύτερη είναι η μακροπρόθεσμη απόδοση – ιδίως κοντά στην ηλικία των 65. Η συσχέτιση είναι άμεση: Καλύτερη υγεία σημαίνει αυξημένη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, υψηλότερα φορολογικά έσοδα, μειωμένες δημόσιες δαπάνες και συνολικά μεγαλύτερο ΑΕΠ.
Δόμνα Μιχαηλίδου: Στόχος είναι οι άνθρωποι να γερνούν με αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη
Η υπουργός Οικογένειας και Κοινωνικής Συνοχής Δόμνα Μιχαηλίδου χαρακτήρισε το συνέδριο ως ευκαιρία για να συζητηθεί η σύνδεση του θέματος της γήρανσης και της μακροζωίας με τις οικονομικές και κοινωνικές παραμέτρους, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα αυτό αγγίζει «τον πυρήνα της οικονομίας, των κοινωνιών και του μέλλοντός μας». Η κ. Μιχαηλίδου χαρακτήρισε το γεγονός ότι οι άνθρωποι ζουν περισσότερο από ποτέ ως «επιτυχία της επιστήμης και της παγκόσμιας ευημερίας». Αναφερόμενη στις σύγχρονες προκλήσεις –όπως η κλιματική και η δημογραφική κρίση– υπογράμμισε την ανάγκη για νέες λύσεις και στρατηγικές: «Ο πληθυσμός μας γερνάει, η γονιμότητα παραμένει χαμηλή», σημείωσε, επισημαίνοντας πως αυτή η εξέλιξη επηρεάζει θεμελιώδεις τομείς όπως η υγεία, η μακροοικονομία και η νομισματική πολιτική.
«Για να ανταποκριθούμε σε αυτές τις προκλήσεις, χρειάζεται νέα στρατηγική και βούληση», είπε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι το υπουργείο της προωθεί μια σειρά πολιτικών με στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, δίνοντας έμφαση στην ενεργό γήρανση: «Να παραμείνουν ενεργοί και συμμετέχοντες οι μεγαλύτεροι σε ηλικία».
Επισήμανε, επίσης, τις πρωτοβουλίες για απόκτηση νέων δεξιοτήτων από ηλικιωμένους, καθώς και τη δυνατότητα εργασίας των συνταξιούχων χωρίς απώλεια του πλήρους ποσού της σύνταξής τους, υπογραμμίζοντας πως στόχος των μεταρρυθμίσεων αυτών είναι η ενεργός συμμετοχή των μεγαλύτερων ηλικιών στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό.
«Η γήρανση του πληθυσμού πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια μεγάλη ευκαιρία και όχι ως μια πρόκληση που φέρνει μεγαλύτερους κινδύνους και κόστη», τόνισε ο Alvaro Pereira, επικεφαλής οικονομολόγος του ΟΟΣΑ. Όπως εξήγησε, ακόμα και αν η γήρανση του πληθυσμού εμφανίζεται ως απειλή και κόστος για μια κοινωνία, αυτό συμβαίνει μόνο «αν δεν προετοιμαστούμε εγκαίρως για τα νέα δεδομένα» σε τομείς όπως η υγεία, η εκπαίδευση και η αγορά εργασίας. Παράλληλα, προανήγγειλε ότι ο ΟΟΣΑ θα παρουσιάσει σύντομα προτάσεις για το «πώς θα πρέπει να προετοιμαστούν οι χώρες για τη μεγάλη ευκαιρία που προσφέρει η ασημένια οικονομία». Άλλωστε, και ο τίτλος της παρουσίασής του στο συνέδριο ήταν ενδεικτικός: «Καλύτερες πολιτικές για πιο μεγάλες ζωές».
«Όλοι ζούμε πολύ περισσότερο, και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να επανασχεδιάσουμε συστήματα όπως η εκπαίδευση και η υγεία», τόνισε. Κατά την ομιλία του, ο Pereira παρουσίασε μια σειρά από στοιχεία και γραφήματα για την άνοδο του προσδόκιμου ζωής, το οποίο σε ορισμένες χώρες φτάνει πλέον τα 80, 90 ή ακόμα και τα 100 έτη, επισημαίνοντας ότι «οι άνθρωποι παραμένουν ενεργοί στην αγορά εργασίας για περισσότερο χρονικό διάστημα».
Υπογράμμισε, επίσης, ότι η γήρανση του πληθυσμού συνδέεται άμεσα με την αναπτυξιακή προοπτική κάθε χώρας και προειδοποίησε πως, αν δεν ληφθούν μέτρα, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής μείωσης του εθνικού ΑΕΠ σε χώρες όπου ο πληθυσμός γηράσκει με ταχείς ρυθμούς.
Στο πλαίσιο του συνεδρίου, πραγματοποιήθηκε συζήτηση γύρω από τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες που δημιουργεί η μακροζωία για την υγεία, την εργασία και την οικονομία, με συντονιστή τον Άρη Αλεξόπουλο, επικεφαλής του Διεθνούς Κέντρου του ΟΟΣΑ στην Ελλάδα και τη συμμετοχή της Lisa Berkman, του David Canning, της Dorothee Rouzet (γαλλικό υπουργείο Οικονομικών) και της Shruti Singh. Ο κ. Αλεξόπουλος σημείωσε ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, αλλά κυρίως το πώς μπορούμε να ζούμε περισσότερο και ποιοτικότερα.
Η Lisa Berkman επισήμανε ότι «η εργασία είναι το πεδίο που μπορεί να μετασχηματιστεί πιο οργανικά από οποιονδήποτε άλλο τομέα». Υπογράμμισε την ανάγκη αναθεώρησης των πολιτικών που αφορούν επιχειρήσεις ενώ ανέδειξε την ανάγκη οι επιχειρήσεις να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους. Πρότεινε ευέλικτες ρυθμίσεις για τον εργασιακό βίο, όπως η δυνατότητα να μετακινηθεί κανείς χρονικά εντός του πλαισίου συνταξιοδότησης και εργασίας, ώστε να κατανέμεται καλύτερα ο χρόνος και να εξυπηρετούνται οι νέες κοινωνικές ανάγκες. «Είναι προτιμότερο να προλαμβάνεις μία κατάσταση παρά να χορηγείς μετά ένα χάπι για την ασθένεια», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο David Canning τόνισε την ανάγκη για απλούστευση των ασφαλιστικών συστημάτων: «Το σύστημα πρέπει να γίνει λιγότερο περίπλοκο». Εστίασε στον αντίκτυπο των κοινωνικών ανισοτήτων στο προσδόκιμο ζωής, επισημαίνοντας ότι τα ισχύοντα συστήματα συχνά ευνοούν τους πιο ευκατάστατους, διευρύνοντας έτσι τα χάσματα. Τάχθηκε υπέρ της ενσωμάτωσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις οικονομικές αναλύσεις και κάλεσε σε τολμηρές πολιτικές παρεμβάσεις από κράτη, επιχειρήσεις και NGOs. Η συζήτηση ανέδειξε ότι η μακροζωία δεν αποτελεί απλώς πρόκληση, αλλά και σημαντική ευκαιρία. Η επανεξέταση της έννοιας της εργασίας, η μείωση των ανισοτήτων, η ευελιξία στα ασφαλιστικά μοντέλα και η ενσωμάτωση μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων στην παραγωγική διαδικασία αποτελούν βασικούς άξονες για τον σχεδιασμό βιώσιμων και δίκαιων πολιτικών. Η ανάγκη για ηγεσία, απλοποίηση και διατομεακή συνεργασία αναδείχθηκε ως κοινός παρονομαστής από όλους τους ομιλητές.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ