Του
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ
Βουλευτή Δράμας ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής
Το ζήτημα των κειμηλίων της Ιεράς Μονής Εικοσιφοίνισσας δεν γίνεται να αντιμετωπιστεί με επικοινωνιακούς όρους, όπως αρέσκεται να πράττει η κυβέρνηση σχεδόν στο σύνολο των θεμάτων που απασχολούν την επικαιρότητα, είτε σε τοπικό είτε σε πανελλαδικό επίπεδο. Πρόκειται για μια υπόθεση με βαθιά ιστορική, θρησκευτική και εθνική σημασία, που απαιτεί σοβαρότητα, διαφάνεια και ξεκάθαρες απαντήσεις. Το πρόσφατο μνημόνιο Ελλάδας – Βουλγαρίας για την επιστροφή 48 κειμηλίων που κλάπηκαν από μονές της Ανατολικής Μακεδονίας εγείρει εύλογα ερωτήματα για το περιεχόμενο, τους όρους και τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τη συνέχιση των ελληνικών διεκδικήσεων.
Για τη Δράμα, το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, δεδομένου ότι η Ιερά Μονή Εικοσιφοίνισσας αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας και της ταυτότητας του τόπου μας. Για αυτό και η διεκδίκηση επιστροφής των κλαπέντων κειμηλίων δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικές ενέργειες, αλλά χρειάζεται σταθερή εθνική στρατηγική, με τεκμηρίωση, συγκεκριμένους στόχους και διαρκή πολιτική βούληση.
Η ανησυχία που έχει εκφράσει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δράμας κ. Δωρόθεος δεν είναι ούτε υπερβολική ούτε στενά τοπική. Η επιστολή του προς την υπουργό Πολιτισμού και οι δημόσιες τοποθετήσεις του αναδεικνύουν την υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύσει την πολιτιστική και θρησκευτική μας κληρονομιά και να διασφαλίσει ότι οι ελληνικές αξιώσεις δεν θα αποδυναμωθούν μέσα από επιλογές που δεν έχουν εξηγηθεί επαρκώς.
Η στάση του Μητροπολίτη Δράμας είναι στάση ευθύνης και οι προβληματισμοί του πρέπει να απαντηθούν θεσμικά και με σαφήνεια. Η υπεράσπιση της θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς απαιτεί επιμονή, τεκμηρίωση και συνέχεια. Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποια ήταν τα κριτήρια διαμόρφωσης του μνημονίου, ποια είναι η επιστημονική τεκμηρίωση των επιλογών που έγιναν και ποιες εγγυήσεις υπάρχουν για τη συνέχιση της διεκδίκησης των υπόλοιπων κειμηλίων. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε τι περιλαμβάνει η συμφωνία ως προς τα αντικείμενα που επιστρέφονται. Αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι τι προβλέπει για όσα εξακολουθούν να βρίσκονται μακριά από τον τόπο μας.
Το συγκεκριμένο ζήτημα ανέδειξε πρόσφατα και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής Νίκος Ανδρουλάκης, κατά την επίσκεψή του στην Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας και τη συνάντησή του στη συνέχεια με τον Σεβασμιώτατο κ. Δωρόθεο στη Δράμα. Συμμερίστηκε την αγωνία του Μητροπολίτη και έθεσε τρεις κρίσιμες παραμέτρους, τη φύση των αντικειμένων που αποτέλεσαν μέρος της διαδικασίας, τους όρους του μνημονίου και την ανάγκη ουσιαστικής ενημέρωσης της Βουλής. Άλλωστε, δεν χωρά αμφισβήτηση ότι πρόκειται για ένα μείζον ζήτημα διαφάνειας, θεσμικής λογοδοσίας και προστασίας του δημοσίου συμφέροντος.
Γι’ αυτό ακριβώς, από την πρώτη στιγμή, το ΠΑΣΟΚ αντιμετώπισε τη συγκεκριμένη υπόθεση με τη δέουσα θεσμική σοβαρότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, κατατέθηκε άμεσα κοινοβουλευτική ερώτηση, ώστε να δοθούν απαντήσεις από την κυβέρνηση για τις επιλογές που έγιναν και τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν. Παράλληλα, κατατέθηκε αίτημα σύγκλησης της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, ώστε, μέσω της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, να υπάρξει πλήρης ενημέρωση της ελληνικής κοινωνίας. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η κυβέρνηση αρνείται τις καθαρές απαντήσεις.
Η Δράμα, όμως, έχει κάθε λόγο να επιμένει. Η Ιερά Μονή Εικοσιφοίνισσας αποτελεί ένα ζωντανό σύμβολο της πίστης, της ιστορικής συνέχειας και της πολιτιστικής φυσιογνωμίας της περιοχής μας. Ο Μητροπολίτης Δράμας κ. Δωρόθεος έχει αναδείξει το ζήτημα με επιμονή και υπευθυνότητα και η φωνή του πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ουσιαστική συμβολή σε μια εθνική υπόθεση. Είναι σαφές ότι ο αγώνας για την επιστροφή των ανεκτίμητων θησαυρών και για την αποκατάσταση της αδικίας δεν μπορεί να αφεθεί μόνο στους ανθρώπους της Εκκλησίας που κρατούν ζωντανή τη μνήμη.
Από την πλευρά μας, θα συνεχίσουμε με επιμονή να ζητάμε απαντήσεις, μέχρι να υπάρξει πλήρης ενημέρωση και σαφής δέσμευση για τη συνέχιση επιστροφής κλεμμένων κειμηλίων με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Η προστασία της θρησκευτικής και πολιτιστικής μας κληρονομιάς δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης πίσω από κλειστές πόρτες, αλλά οφείλει να αντιμετωπίζεται ως ύψιστο καθήκον έναντι της ιστορίας και των επόμενων γενιών. Η κυβέρνηση έχει χρέος να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων αυτής της ευθύνης, με πλήρη ενημέρωση, συγκεκριμένες δεσμεύσεις και συνέχιση της διεκδίκησης μέχρι και το τελευταίο κλεμμένο κειμήλιο να επιστρέψει στη θέση του.