–Πάνω από 1.500 παραδοσιακά αρτοποιεία έκλεισαν την τελευταία τριετία
O παραδοσιακός φούρνος της γειτονιάς αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και διαχρονικά τοπόσημα της καθημερινότητάς μας. Δεν πρόκειται απλώς για ένα εμπορικό κατάστημα, όπου σπεύδουμε το πρωί για να προμηθευτούμε το ψωμί της ημέρας, αλλά για έναν ζωντανό πυρήνα της τοπικής κοινωνίας.
Είναι ο χώρος όπου η ανθρώπινη επαφή διατηρεί ακόμα την ουσία της, ένα σημείο αναφοράς που στήριξε αθόρυβα και με περίσσευμα αλληλεγγύης την ελληνική οικογένεια σε κάθε δύσκολη οικονομική και κοινωνική συγκυρία. Σήμερα, όμως, αυτός ο τόσο γνώριμος και οικείος σταθμός της γειτονιάς μας βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή κρίση επιβίωσης, εκπέμποντας σήμα κινδύνου προς κάθε κατεύθυνση, καθώς βλέπει το μέλλον του να κρέμεται από μια εξαιρετικά λεπτή κλωστή.
Η δραματική πραγματικότητα που βιώνει ο κλάδος της βιοτεχνικής αρτοποιίας αποτυπώνεται με τον πιο σκληρό και αμάχητο τρόπο στα επίσημα αριθμητικά δεδομένα.
Μέσα στην τελευταία τριετία, περισσότεροι από 1.500 παραδοσιακοί φούρνοι σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια αναγκάστηκαν να κατεβάσουν οριστικά ρολά, αφήνοντας πίσω τους άδεια καταστήματα και χαμένες θέσεις εργασίας. Η κύρια αιτία για αυτήν τη μαζική έξοδο από την αγορά συμπυκνώνεται στο αβάσταχτο και ανεξέλεγκτο ενεργειακό κόστος. Οι συνεχιζόμενες διεθνείς γεωπολιτικές αναταράξεις, σε συνδυασμό με την οξεία κρίση στα Στενά του Ορμούζ, προκάλεσαν ένα βίαιο κύμα ανατιμήσεων, που εκτόξευσε το κόστος ενέργειας κατά 40% έως και 50%. Αυτή η αλματώδης αύξηση συμπαρέσυρε αναπόφευκτα και τις τιμές των βασικών πρώτων υλών, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό περιβάλλον για κάθε μικρή και μεσαία επιχειρηματική μονάδα.
Απέναντι σε αυτό το σαρωτικό κύμα ακρίβειας, οι επαγγελματίες αρτοποιοί κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες.
Επί σειρά μηνών, εξάντλησαν κάθε διαθέσιμο οικονομικό περιθώριο, επιλέγοντας να απορροφήσουν οι ίδιοι το αυξημένο κόστος παραγωγής προκειμένου να προστατεύσουν τον τελικό καταναλωτή και να κρατήσουν την τιμή του ψωμιού σε προσιτά επίπεδα. Ωστόσο, οι αντοχές των βιοτεχνιών εξαντλήθηκαν πλήρως, με αποτέλεσμα δεκάδες επιχειρήσεις να οδηγηθούν μαθηματικά στη χρεοκοπία. Η σταδιακή εξαφάνιση του παραδοσιακού φούρνου δεν αποτελεί απλώς μια οικονομική απώλεια, αλλά συνιστά μια βαθιά υποβάθμιση της ποιότητας ζωής μας. Το φρέσκο, αγνό ψωμί, το οποίο παρασκευάζεται καθημερινά, από την αρχή, με μεράκι και φροντίδα, σαν ένας ζωντανός οργανισμός, διατηρεί μια αδιαμφισβήτητη ποιοτική υπεροχή.
Παράλληλα, βάσει των στοιχείων του κλάδου, παραμένει φθηνότερο σε σύγκριση με τα κατεψυγμένα και βιομηχανοποιημένα σκευάσματα που προσφέρονται στις απρόσωπες υπεραγορές, οι οποίες αδυνατούν να υποκαταστήσουν την προσωπική σχέση και την ποιότητα του φούρνου της γειτονιάς. Βλέποντας την κυβέρνηση να παρακολουθεί την κατάσταση χωρίς να λαμβάνει ουσιαστικά μέτρα στήριξης, οι εκπρόσωποι των αρτοποιών διατυπώνουν μια σειρά από συγκεκριμένα, δίκαια και επιτακτικά αιτήματα, ζητώντας άμεσες θεσμικές παρεμβάσεις για να κρατηθούν οι επιχειρήσεις τους ζωντανές. Αρχικά, διεκδικούν τη θέσπιση αυστηρού πλαφόν στα διυλιστήρια για τη δραστική συγκράτηση των τιμών της ενέργειας, καθώς και την αισθητή μείωση ή ακόμα και την πλήρη κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ).
Επιπλέον, ζητούν την άμεση μείωση ή τον μηδενισμό του ΦΠΑ στο ψωμί και στα είδη πρώτης ανάγκης, ακολουθώντας το επιτυχημένο παράδειγμα άλλων ευρωπαϊκών κρατών, που προστάτευσαν τα νοικοκυριά και τους παραγωγούς. Σε φορολογικό επίπεδο, οι αρτοποιοί παλεύουν για τη θεσμοθέτηση αφορολόγητου ορίου στις 12.000 ευρώ για τους επαγγελματίες του κλάδου, καθώς και για την οριστική κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης, η οποία επιβαρύνει δυσανάλογα και άδικα τις μικρομεσαίες βιοτεχνικές μονάδες.
Το μέλλον του παραδοσιακού αρτοποιού βρίσκεται αυτήν τη στιγμή σε μια κρίσιμο καμπή. Αν δεν υπάρξει άμεση, ειλικρινής και ουσιαστική ανταπόκριση από την Πολιτεία, ο κίνδυνος να χαθεί οριστικά ένας ολόκληρος κλάδος παραγωγής και μαζί του μια ολόκληρη κουλτούρα γεύσης και κοινωνικής προσφοράς είναι πλέον ορατός.
Η διάσωση του φούρνου της γειτονιάς δεν αφορά μόνο τους αρτοποιούς αλλά ολόκληρη την κοινωνία, που χρειάζεται το ποιοτικό, φρέσκο και προσιτό ψωμί στο καθημερινό της τραπέζι.