Του
ΑΝΔΡΕΑ ΒΟΡΥΛΛΑ
Βουλευτή ΝΙΚΗΣ Β2 Δυτικού Τομέα Αθήνας
Το κράτος δικαίου δεν αποτελεί μια αφηρημένη νομική έννοια ούτε μια συζήτηση που αφορά μόνο δικαστές και νομικούς. Αφορά την καθημερινότητα του πολίτη, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, την προστασία των δικαιωμάτων αλλά και την ίδια την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Μια δημοκρατία είναι πραγματικά ισχυρή όταν ο πολίτης γνωρίζει ότι οι κανόνες εφαρμόζονται σε όλους και ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί ανεξάρτητα, αποτελεσματικά και χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.
Και εδώ η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει σοβαρό πρόβλημα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Έκθεση για το Κράτος Δικαίου του 2026, αναγνωρίζει βελτιώσεις, επισημαίνει όμως ότι η διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών παραμένει σοβαρή πρόκληση. Στις πρωτοβάθμιες αστικές και εμπορικές υποθέσεις ο χρόνος διεκπεραίωσης το 2024 ήταν 737 ημέρες, ο μεγαλύτερος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό δεν είναι απλώς δικαστικό πρόβλημα. Είναι κοινωνικό και οικονομικό. Πώς θα προσελκύσουμε σοβαρές παραγωγικές επενδύσεις, όταν μια σύνθετη εμπορική διαφορά μπορεί να χρειαστεί χρόνια μέχρι να κριθεί οριστικά; Χρειαζόμαστε πραγματική εξειδίκευση στην εκδίκαση εμπορικών διαφορών, επαρκές προσωπικό, ψηφιοποίηση και δραστικό περιορισμό των καθυστερήσεων. Η ασφάλεια δικαίου είναι εξίσου σημαντική με τη φορολογία και την ταχύτητα αδειοδότησης.
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη, βαθύτερη διάσταση: Η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί χαρακτηριστική δοκιμασία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ερευνήσει καταγγελλόμενες πρακτικές απάτης και παρεμβάσεων στη διαχείριση ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων. Τον Ιούλιο του 2026 ανακοίνωσε την παραπομπή 22 κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων πρώην υψηλόβαθμα στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ και τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές, με το τεκμήριο αθωότητας να ισχύει για όλους. Ακόμη πιο ανησυχητικό θεσμικά είναι ότι η ίδια η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας είχε προηγουμένως εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για εξελίξεις που, κατά την EPPO, επηρέαζαν την ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της στην Ελλάδα.
Τα Τέμπη αποτελούν μια διαφορετική αλλά εξίσου κρίσιμη υπόθεση. Πενήντα επτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις 28 Φεβρουαρίου 2023. Η απόδοση των ποινικών ευθυνών ανήκει αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη και δεν πρέπει να προκαταλαμβάνεται. Όμως, μια Πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει ότι κάθε πτυχή μιας τέτοιας τραγωδίας διερευνάται πλήρως, χωρίς σκιές και χωρίς καθυστερήσεις. Τρία χρόνια μετά την τραγωδία, ζητήματα σχετικά με τη διερεύνηση και τα δικαιώματα των οικογενειών εξακολουθούσαν να τίθενται ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Και υπάρχει η υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων. Τον Φεβρουάριο του 2026, τέσσερα πρόσωπα καταδικάστηκαν για παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικών επικοινωνιών και παράνομη πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και συνομιλίες, εξέλιξη που οδήγησε σε νέα συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα. Το απόρρητο των επικοινωνιών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα. Αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση μιας δημοκρατικής πολιτείας.
Η κυβέρνηση δικαιούται να επικαλείται τις μεταρρυθμίσεις που έχει πραγματοποιήσει στη Δικαιοσύνη και οι θετικές αλλαγές πρέπει να αναγνωρίζονται. Όμως, οι μεταρρυθμίσεις κρίνονται τελικά από το αποτέλεσμα: Από την ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης, τη διαφάνεια, την αποτελεσματικότητα των ελέγχων και κυρίως από την εμπιστοσύνη που εμπνέουν οι θεσμοί στον πολίτη.
Η κριτική, όμως, από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζονται συγκεκριμένες θεσμικές παρεμβάσεις. Πρώτον, προτείνουμε τη δημιουργία εξειδικευμένων εμπορικών τμημάτων ή δικαστηρίων, στελεχωμένων με δικαστές με ειδική γνώση σε σύνθετες εταιρικές, επενδυτικές και χρηματοοικονομικές διαφορές, ώστε οι υποθέσεις αυτές να κρίνονται ταχύτερα και με μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου, ενισχύοντας ουσιαστικά την επενδυτική ασφάλεια.
Δεύτερον, απαιτείται ένα εθνικό σχέδιο επιτάχυνσης της δικαιοσύνης, με συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους για τη μείωση του χρόνου έκδοσης αποφάσεων, την πλήρη ψηφιοποίηση της δικαστικής διαδικασίας, την κάλυψη των κενών σε δικαστές και δικαστικούς υπαλλήλους, την απομάκρυνση των ακατάλληλων δικαστών και την ετήσια δημόσια αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Τρίτον, στο πλαίσιο της επόμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης, πρέπει να ανοίξει ουσιαστικά η συζήτηση για την περαιτέρω θεσμική θωράκιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, με αποσύνδεση της επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων από την εκάστοτε κυβέρνηση. Προτείνουμε ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου να εκλέγεται από το ίδιο το Δικαστικό Σώμα, μεταξύ δικαστικών λειτουργών που πληρούν αυστηρά και αντικειμενικά κριτήρια, και να εξεταστεί αντίστοιχη θεσμική πρόβλεψη για την ηγεσία των άλλων ανώτατων δικαστηρίων.
Στόχος πρέπει να είναι μια Δικαιοσύνη πραγματικά ανεξάρτητη αλλά και αποτελεσματική: Να προστατεύει τον πολίτη, να ελέγχει την εξουσία και να παρέχει στις επιχειρήσεις την ασφάλεια δικαίου που χρειάζονται. Γιατί κράτος δικαίου χωρίς έγκαιρη και αποτελεσματική Δικαιοσύνη υπάρχει μόνο στα χαρτιά.