Το Μαξίμου στήνει επιχείρηση για… μεγαλύτερη αποχή στις εκλογές

Το Μαξίμου στήνει επιχείρηση για… μεγαλύτερη αποχή στις εκλογές

Ένα από τα… παλιά και αξέχαστα συνθήματα της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ στις φοιτητικές εκλογές διαπίστωνε, με νόημα, ότι «η αποχή είναι ανοχή». Θέλοντας να θυμίσει στους φοιτητές τη συνειδησιακή υποχρέωσή τους να είναι ενεργοί πολίτες, να συμμετέχουν στις εκλογικές διαδικασίες, να συνδιαμορφώνουν το μέλλον τους, να μην επιτρέπουν σε άλλους να αποφασίζουν για τη ζωή τους. Το σύνθημα… δεν πήγε πολύ καλά, αν συνυπολογίσει κανείς ότι οι φοιτητικές εκλογές χαρακτηρίζονται ιστορικά από θηριώδη αποχή, αυτή η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν αναιρεί τη μεγάλη αλήθεια που κρύβει το μήνυμα στον πυρήνα του.

Η εποχή της Μεταπολίτευσης, με τις κοινωνίες βαθιά και έντονα πολιτικοποιημένες, βαθιά και έντονα ανήσυχες για το παρόν και το μέλλον του τόπου, διακρίθηκε για τις έντονες πολιτικές και προεκλογικές αντιπαραθέσεις, αλλά και τις ζυμώσεις, που συνήθως λειτουργούσαν προωθητικά, ώστε το πολιτικό σύστημα συνολικά να ανεβάζει το επίπεδό του και να μπορεί έτσι να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες και στις αγωνίες της κοινωνίας. Πολλές φορές, βεβαίως, το… παρακάναμε στο επίπεδο της πόλωσης, τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις, ωστόσο, ακόμη κι αν είναι έντονες, είναι περισσότερο καλοδεχούμενες σε σχέση με την απάθεια και την αποχή.

Τα τελευταία πολλά χρόνια, από τις μοιραίες για το μέλλον του τόπου εκλογές του «λεφτά υπάρχουν», το 2009, μέχρι και σήμερα, αυτή η ταυτοτική συνήθεια της ελληνικής κοινωνίας έχει μεταβληθεί δραματικά. Μεγάλες, πλατιές και σύνθετες κοινωνικές πλειοψηφίες απογοητεύτηκαν από το πολιτικό σύστημα, απογοητεύτηκαν από την ακραία αδυναμία του πολιτικού προσωπικού να καταλάβει, να κατανοήσει και να δώσει λύσεις στα προβλήματά τους, αποστασιοποιήθηκαν και στράφηκαν στην αποχή ως συνειδησιακή επιλογή.

Οι ευρωεκλογές του 2024, όπου και καταγράφηκε το μεγαλύτερο ποσοστό αποχής στην ιστορία των εκλογικών αναμετρήσεων στην Ελλάδα, άνω του 60%, αποτέλεσαν την πιο ηχηρή επιβεβαίωση αυτής της θλιβερής και μελαγχολικής διαπίστωσης για το κατάντημα της δημοκρατίας στη χώρα που τη γέννησε. Πιθανότατα, ωστόσο, λειτούργησαν και ως διαρκής αφύπνιση για μια κοινωνία η οποία επιδιώκει και απαιτεί πολιτική αλλαγή, απογοητευμένη από την επταετή διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και εξοργισμένη από πτυχές των αποτελεσμάτων των πολιτικών του σημερινού πρωθυπουργού.

Η κοινωνία κατάλαβε ότι για να αλλάξει… κυβερνήτη θα πρέπει να φτάσει στην κάλπη των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών και να κάνει τη σχετική επιλογή της, όχι να παραμείνει απαθής και μοιρολατρική στη φθοροποιό βολή του καναπέ της. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρέπει να μιμηθεί το παράδειγμα της ουγγρικής κοινωνίας, ειδικά των νέων ανθρώπων, που στις πρόσφατες εκλογές έφτασαν μπροστά στην κάλπη και γκρέμισαν την απόλυτη πολιτική ηγεμονία του Βίκτορ Όρ­μπαν, μετά από 16 χρόνια, περνώντας τη σκυτάλη της εξουσίας στον Πέτερ Μάγερ.

Οι ενδείξεις και στη σημερινή Ελλάδα επιμένουν στο ότι μια εξοργισμένη και μέχρι πρότινος σιωπηλή κοινωνική πλειοψηφία θα φτάσει αυτήν τη φορά στην κάλπη και θα συμπεριφερθεί με τιμωρητική διάθεση απέναντι στον σημερινό πρωθυπουργό. Αυτός ο φόβος κάνει το Μέγαρο Μαξίμου να επεξεργάζεται συγκεκριμένες και λεπτομερείς στρατηγικές προκειμένου να διευκολύνει την καταγραφή μιας… μεγαλύτερης αποχής στις εκλογές. Και αυτό διότι, σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή η κοινωνική πλειοψηφία φτάσει στην κάλπη, τα ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας θα συρρικνωθούν δραματικά.

Αν η συντηρητική παράταξη του τόπου βαλτώσει σε ποσοστά κάτω από το 25%, είναι περίπου δεδομένο ότι η χώρα θα οδηγηθεί σε κυβέρνηση συνεργασίας, χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία και στη συνέχεια στην προεδρία του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας. Και αυτή είναι η βιωματική αγωνία των ακροκεντρώων, που σιτίζονται επί εποχής Μητσοτάκη από τη Νέα Δημοκρατία, μια πολιτική παράταξη την οποία πολέμησαν… με πάθος σε όλη την προηγούμενη δημόσια διαδρομή τους.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ