
Το φιάσκο των τραπεζών με το blackout της «Μαύρης Παρασκευής» ποιος θα το πληρώσει;

Το πόσο ευάλωτοι έχουμε γίνει με την παντελή και άνευ όρων υποχρεωτική παράδοσή μας στις τράπεζες και την απίστευτη ομηρία στην οποία έχουμε καταδικαστεί από αυτές, με τις ευλογίες βέβαια του συστήματος και του κράτους, φάνηκε κατά τη διάρκεια της Black Friday, όταν κόλλησαν τα τραπεζικά συστήματα και φρέναρε ολόκληρη η αγορά την πιο κρίσιμη μέρα και τις πιο κρίσιμες ώρες.
Μία φορά… φορτώθηκε το σύστημα, επειδή έτυχε να πέσουν μαζεμένες πληρωμές, αφού ήταν τέλη του μήνα, και γίνονταν πολλές συναλλαγές λόγω της ημέρας, που είναι αφιερωμένη στα ψώνια και στις αγορές, και δεν άντεξε. Κλάταρε και μαζί του βγήκε off όλη η αγορά, νέκρωσαν οι πληρωμές, έμειναν στον… αέρα τα εμβάσματα, πάγωσε κάθε είδους συναλλαγή.
Οι καταναλωτές έμειναν με την… όρεξη να ψωνίσουν, οι επαγγελματίες με την προσμονή για ένα καλό μεροκάματο και οι μαγαζάτορες με την οργή, καθώς έχασαν την πιο προσοδοφόρα μέρα τους, χωρίς να φταίνε.
Από παντού ακούγονται διαμαρτυρίες, παντού υπάρχει θυμός, από παντού διατυπώνονται παράπονα.
Γιατί η πτώση του συστήματος των τραπεζών δεν επηρέασε μόνο την αγορά, επηρέασε τα πάντα. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν μπορούσαν να βγάλουν εισιτήριο για να πάνε στη δουλειά τους ή να γυρίσουν στο σπίτι τους, κάποιοι έχασαν τη σειρά τους στα νοσοκομεία για κάποια εξέταση, αφού δεν μπορούσαν να πληρώσουν, κάποιες μεταφορές δεν έγιναν, κάποιες δόσεις από δάνεια ή ρυθμίσεις που πληρώνονταν στο τέλος του μήνα δεν πληρώθηκαν, με αποτέλεσμα να μπουν προσαυξήσεις. Η κοινωνία έμεινε έωλη, μετέωρη, αγχωμένη και προβληματισμένη γιατί δεν ήξερε πόσο θα κρατήσει το μπλακ άουτ και της ήρθε στο μυαλό το καλοκαιρινό χάος της Ισπανίας και της Γαλλίας, που έζησαν συνθήκες… Κατοχής για 48 ώρες από ένα παρόμοιο γεγονός.
Ενός κακού μύρια έπονται, έλεγαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Και το ρητό αυτό επιβεβαιώθηκε πλήρως την τελευταία Παρασκευή του Νοεμβρίου, που πραγματικά ήταν… μαύρη, αλλά εξαιτίας των τραπεζών, οι οποίες, ενώ διαφημίζουν πως κάνουν τα πάντα και μας παραμυθιάζουν με τους αυτοματισμούς, στην ουσία δεν κάνουν τίποτα, γιατί… χτίζουν πάνω στην άμμο και το οικοδόμημα με το πρώτο βάρος καταρρέει.
Σε λίγες ώρες, λοιπόν, κατέρρευσε ο μύθος των τραπεζών, έγιναν στάχτη και θρύψαλα τα δήθεν εξελιγμένα συστήματα, οι αυτοματισμοί που κατήργησαν τις θέσεις των υπαλλήλων, οι διευκολύνσεις στους πελάτες, που ουσιαστικά τους καθιστούν υπαλλήλους, οι οποίοι μάλιστα πληρώνουν τα αφεντικά, αντί να πληρώνονται.
Όλα αυτά, τα περίεργα, τα τραγικά, τα αλλοπρόσαλλα, αποκαλύφθηκαν σε λίγες στιγμές, σε λίγες ώρες. Μια κοινωνία ακίνητη, μια αγορά νεκρή, ένας κόσμος απαυδησμένος. Πολλές οι ζημίες, πολλά τα χαμένα όνειρα, πολλές οι συνέπειες από το τραπεζικό μπλακ άουτ.
Και, εντάξει, έγινε μια στραβή, μια αναποδιά, θα το ξεπεράσουμε έτσι, αβρόχοις ποσί; Σαν να μην έγινε τίποτα; Δεν φταίει κανένας;
Αν ένα τραπεζικό σύστημα δεν αντέχει τις μισθοδοσίες, τα επιδόματα και τις καθημερινές ηλεκτρονικές πληρωμές, τότε δεν έχουμε να κάνουμε με έκτακτο γεγονός, αλλά με δομική ανεπάρκεια. Το πρόσφατο φαινόμενο δεν ήταν απρόβλεπτο. Ήταν απολύτως προβλέψιμο, απλώς δεν υπήρξε επαρκής πρόβλεψη και θωράκιση.
Το πιο εξοργιστικό, όμως, δεν είναι το τεχνικό πρόβλημα. Είναι η ανισότητα στην κατανομή της ευθύνης. Οι τράπεζες χρεώνουν προμήθειες σχεδόν για κάθε συναλλαγή, έχουν περιορίσει καταστήματα και προσωπικό και έχουν μεταφέρει το κόστος εξυπηρέτησης στους ίδιους τους πελάτες μέσω των εφαρμογών. Όταν, όμως, το σύστημα καταρρεύσει, ο πολίτης απλώς καλείται να περιμένει, χωρίς αποζημίωση, χωρίς προστασία από πρόστιμα, χωρίς καμία ουσιαστική ανάληψη ευθύνης.
Την τελευταία Παρασκευή του Νοεμβρίου αποδείχθηκε για άλλη μία φορά ότι η πρόσβαση στα χρήματά μας δεν είναι αυτονόητη. Είναι υπό τους όρους της λειτουργίας του συστήματος. Και σε μια κοινωνία που έχει εξαναγκαστεί στην πλήρη ψηφιακή εξάρτηση, στην πλήρη και άνευ όρων ομηρία από τις τράπεζες, αυτό είναι επικίνδυνο.
Γι’ αυτό επισημαίνουμε πως πρέπει να αναζητηθούν ευθύνες, πρέπει να λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι, πρέπει να δοθούν αποζημιώσεις. Μία κοινωνία παρέλυσε, ένα κράτος βυθίστηκε, μία χώρα βίωσε τον οικονομικό στραγγαλισμό και δεν υπάρχουν ευθύνες; Θα περάσει όλη αυτή η υπόθεση στο ντούκου; Θα κάνουμε ότι δεν είδαμε τίποτα, ότι δεν πάθαμε τίποτα, ότι δεν καταλάβαμε τίποτα, επειδή υπαίτιες είναι οι τράπεζες;
Εκείνες πώς τρέχουν με το παραμικρό και εκβιάζουν, προσθέτουν τέλη και τόκους για κάθε καθυστέρηση, βγάζουν στο σφυρί τα σπίτια του κοσμάκη για… ψύλλου πήδημα; Θα τις αφήσουνε, λοιπόν, να αλωνίζουν, να μας καταδυναστεύουν, να φέρονται ως επικυρίαρχοι στον λαό;
Πρέπει κάπου να σταματήσει αυτό το βιολί, Να τους δώσουμε να καταλάβουν ότι το πάρτι τελείωσε. Και τώρα μας δίνεται η ευκαιρία. Θα είναι κρίμα να τη χάσουμε.