–Μια εκτίμηση των διεθνών τάσεων στη χώρα της αφασίας

Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Ακολουθώντας τη FED και τις υπόλοιπες σημαντικές κεντρικές τράπεζες, η ΕΚΤ διατήρησε τα επιτόκιά της σταθερά. Η κίνηση αυτή ξένισε κάποιους, αφού έλαβε χώρα σε ένα διάστημα που ο πληθωρισμός έχει αναζωπυρωθεί. Βλέπετε, για την ορθόδοξη οικονομική θεωρία, η αύξηση του πληθωρισμού και η αύξηση των επιτοκίων πηγαίνουν χέρι – χέρι. Αξίζει, λοιπόν, να σχολιάσουμε το όποιο βαθύτερο νόημα αυτής της, κατά τα φαινόμενα, συντονισμένης στάσης των κεντρικών τραπεζών.
Αν οι κεντρικοί τραπεζίτες πιστεύουν στη θεωρία τους, θα έπρεπε να αυξήσουν τα παρεμβατικά επιτόκια, ώστε να περιορίσουν τη νομισματική επέκταση και τιθασεύσουν τον πληθωρισμό. Γιατί δεν το έκαναν; Ο προφανής λόγος είναι ότι το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους παγκόσμια έχει ξεφύγει, αφού η πλειοψηφία των επιτοκίων των δεκαετών ομολόγων των χωρών του G7 κινείται πέριξ ή πλέον του 5%. Μια πιθανή αύξηση των επιτοκίων, λοιπόν, θα οδηγούσε, βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον, σε αναταραχή στην αγορά ομολόγων, κάτι που θα αύξανε το κόστος σε ένα διάστημα νέας χρέωσης των κρατών για την εξυπηρέτηση της πολεμικής οικονομίας.
Ο βαθύτερος λόγος είναι, βέβαια, ότι κανένας πλέον δεν πιστεύει ότι ο πληθωρισμός και κατά περιπτώσεις στασιμοπληθωρισμός της εποχής μας είναι ένα νομισματικό φαινόμενο. Είναι το αποτέλεσμα αυξημένου κόστους παραγωγής, ιδιαίτερα στην ενέργεια, σε συνθήκες αδύναμης κερδοφορίας και συνακόλουθα αδύναμων επενδύσεων. Έτσι, παρά τη λιτότητα και την περιορισμένη αγοραστική δύναμη των πολλών, οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνουν, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό περιβάλλον για την κοινωνία.
Ειδικότερα για τα ορυκτά καύσιμα, αρνητική επίδραση έχει το γεγονός ότι, λόγω της μόνιμης έντασης στον Περσικό Κόλπο, τις παγκόσμιες τιμές δεν τις ρυθμίζει πλέον το χαμηλό κόστος παραγωγής των χωρών του Περσικού Κόλπου, αλλά το υψηλότερο κόστος του ρωσικού και κυρίως του αμερικανικού πετρελαίου.
Κοντολογίς, σε αυτό το περιβάλλον, οι κεντρικές τράπεζες αποφάσισαν να ενισχύσουν τα περιθώρια κέρδους των εμπορικών τραπεζών. Βέβαια, οι τιμές θα παραμείνουν υψηλές και ίσως να αυξηθούν και άλλο και γι’ αυτό τα επιτόκια δανεισμού των εμπορικών τραπεζών θα αυξηθούν και αυτά. Δηλαδή, θα αυξηθεί και το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και το κόστος του ιδιωτικού δανεισμού. Όμως, στις συνθήκες της περιορισμένης ρευστότητας, οι τράπεζες θα μπορέσουν να υποστηρίξουν την όποια πιστωτική επέκταση, αφού θα συνοδεύεται από επιπλέον κέρδη, λόγω της φθηνής χρηματοδότησης από την κεντρική τράπεζα. Αυτός είναι και ο πραγματικός στόχος της πολιτικής των κεντρικών τραπεζών, να μην κάνει τα πράγματα χειρότερα, οδηγώντας την οικονομία σε συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας. Παράλληλα, «επιτρέπουν» να συνεχιστεί για κάποιο διάστημα το πάρτι των χρηματιστηρίων, που τόσο σημαντικό είναι για τις τράπεζες.
Για τον κόσμο όλα αυτά ελάχιστη σημασία έχουν. Τα επιτόκια και η διαθεσιμότητα δανεισμού θα παραμείνουν απαγορευτικά για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού και η πίεση από την ακρίβεια θα συνεχιστεί. Αλλά αυτό δεν μοιάζει να απασχολεί τους κυβερνώντες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην από κοινού συνεδρίαση των υπουργών Ενέργειας και Οικονομικών της ΕΕ αυτό που απασχόλησε δεν ήταν οι τιμές των ορυκτών καυσίμων για τους πολίτες, αλλά η διαθεσιμότητα για τις στρατιωτικές δυνάμεις. Με άλλα λόγια, αυτό που τους απασχολεί είναι αν, στο πλαίσιο του υποτιθέμενου αποκλεισμού του ρωσικού πετρελαίου από την αγορά της ΕΕ, οι στρατοί των χωρών-μελών θα έχουν καύσιμα για να «πολεμήσουν» με τους Ρώσους. Οι πολίτες τούς είναι αδιάφοροι.
Το μόνο που αποδεικνύουν τα παραπάνω είναι το αγεφύρωτο χάσμα που χωρίζει τις συστημικές πολιτικές δυνάμεις από τις ανάγκες και τις αγωνίες των πολιτών. Αυτός είναι και ο λόγος που η Ευρώπη βράζει από άκρη σ’ άκρη και, το κυριότερο, ο λόγος περιθωριοποίησης των συστημικών δυνάμεων. Απότοκο της κρίσης και της αδυναμίας εύρεσης υποψηφίου της Κεντροδεξιάς στη Γαλλία μπορεί να είναι και ο λόγος της ανακοίνωσης της πρόωρης αποχώρησης της κ. Λαγκάρντ από την ηγεσία της ΕΚΤ. Οι μόνοι που βρίσκονται σε απόλυτη νιρβάνα είναι τα συστημικά κόμματα, οι αναλυτές και τα ΜΜΕ στην Ελλάδα. Συνεχίζουν να λαμβάνουν μέρος σε μια προεκλογική περίοδο χωρίς ανακοινωμένες εκλογές, αλλά, κυρίως, χωρίς να γνωρίζουν το εκλογικό σώμα που θα τις κρίνει. Αλλά για αυτά θα πούμε την επόμενη εβδομάδα, που θα γνωρίζουμε τι θα έχει γίνει τις αμερικανικές ενδιάμεσες και θα υπάρχουν και εκτιμήσεις για τις εκλογές σε Βραζιλία και Ισραήλ.