
Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τη ΔΕΘ, την παραδοσιακά μεγαλύτερη διεθνή έκθεση που γίνεται στη χώρα μας. Η ΔΕΘ, αυτή καθ’ αυτή, ουσιαστικά δεν είναι έκθεση, αλλά αφορμή για συναντήσεις, εξαγγελίες, αντιπαραθέσεις, συζητήσεις, γνωριμίες, επαφές, συναλλαγές, ανταλλαγές κ.λπ. Είναι μια πολύ συνθέτη πραγματικότητα, γι’ αυτό και διατηρεί την αίγλη και τη σημασία της όλα αυτά τα χρόνια.
Γιατί, ουσιαστικά, ο θεσμός των εκθέσεων έχει ξεφτίσει, έχει ξεπεραστεί.
Ό,τι έχει να δείξει κάποιος, οτιδήποτε θέλει να ανακοινώσει, να γνωστοποιήσει σήμερα, δεν θα περιμένει την Έκθεση, με τους 1.000 ή τους 2.000 επισκέπτες, για να το κάνει. Υπάρχει το διαδίκτυο, υπάρχουν τα social media, που σε χρόνο μηδέν προβάλλουν κάτι, το αναδεικνύουν, το διαδίδουν σε εκατομμύρια ανθρώπους, χωρίς να τους υποχρεώνουν να κάνουν ολόκληρα ταξίδια για να πληροφορηθούν, να μάθουν ή να δουν κάτι.
Κατά συνέπεια, οι εκθέσεις δεν χρειάζονται πλέον, έχουν ξεπεραστεί ως θεσμός και διατηρούνται μόνο όσες απευθύνονται σε συγκεκριμένο κοινό, είναι απολύτως εξειδικευμένες και έχουν να παρουσιάσουν κάτι που δεν απασχολεί τον πολύ κόσμο, το οποίο και στο διαδίκτυο αν βγει δεν θα το δει κανένας, γιατί δεν θα το καταλάβει κανένας. Ακόμα και οι ελάχιστοι ενδιαφερόμενοι θα το χάσουν, γιατί μέσα στα εκατομμύρια μηνύματα ένα εξειδικευμένο δεν έχει τύχη, θα… πνιγεί στον συρφετό που κατακλύζει τα social media. Για παράδειγμα, οι νέες ουσίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στα χρώματα για να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητά τους, στα υφαλοχρώματα, κ.λπ., μπορεί να ενδιαφέρουν εκείνους που ασχολούνται με το αντικείμενο και καταλαβαίνουν τι κάνει το κάθε υλικό, αλλά για τους πολλούς είναι… κινέζικα και δεν πρόκειται να τα δει κανένας. Εκεί όντως μπορεί να λειτουργήσει μια έκθεση. Υπό αυτήν την έννοια, είναι χρήσιμες πλέον οι εκθέσεις. Οι εκθέσεις με απόλυτη εξειδίκευση, που όντως έχουν να πουν και να αποκαλύψουν πολλά στους… μυημένους, στους γνώστες του κάθε αντικειμένου, οι οποίοι και τις κυνηγούν, τις παρακολουθούν, τις θέλουν.
Γι’ αυτό, όπου γίνονται πηγαίνουν ενδιαφερόμενοι απ’ όλο τον κόσμο για να τις δουν, να συμμετάσχουν, να μάθουν τι καινούργιο γεννιέται σε κάθε τομέα, με κάθε λεπτομέρεια.
Εκθέσεις του τύπου «έχουμε απ’ όλα και τα παρουσιάζουμε όλα», που απευθύνονται στον πολύ κόσμο, δεν έχουν νόημα. Γι’ αυτό και σιγά σιγά θα καταργηθούν. Η ΔΕΘ, όμως, έχει μετεξελιχθεί σε κάτι άλλο, σε κάτι περισσότερο από μια απλή έκθεση, γι’ αυτό και διατηρείται.
Και χρησιμοποιείται, βεβαίως, από πολλούς, κυρίως αιρετούς ή λειτουργούντες ως παράγοντες σε διάφορες θέσεις ή υπηρεσίες του δημοσίου τομέα, οι οποίοι εκμεταλλεύονται την κάθε έκθεση, ακόμα και τη ΔΕΘ, για να δικαιολογήσουν μερικές μέρες επιπλέον και κυρίως δωρεάν διακοπών, στην υγεία των… κορόιδων που πληρώνουν φόρους και τέλη.
Γιατί θεωρούμε αδιανόητο να έχουν περίπτερα με προσωπικό, υπαλλήλους, γραμματείς, παρατρεχάμενους κ.λπ. οι υπηρεσίες του Δημοσίου, τα υπουργεία, οι εταιρείες στις οποίες έχει το μονοπώλιο το κράτος.
Τι έχει να παρουσιάσει σε μια οποιαδήποτε έκθεση ένα υπουργείο; Τις υπηρεσίες που παρέχει ή τα έργα που προγραμματίζει;
Και γιατί θα πρέπει να τα παρουσιάσει, να τα διαφημίσει; Αν δεν τα διαφημίσει, δηλαδή, δεν θα γίνουν; Αφού αυτή είναι η αποστολή του, να κάνει πέντε πράγματα, γιατί θα πρέπει να τα παρουσιάσει; Ούτως ή άλλως, τα σημαντικά τα λέει ο εκάστοτε πρωθυπουργός και τα αναλύουν οι υπουργοί, η προβολή τους στην έκθεση τι χρειάζεται; Για να δικαιολογηθούν κάποιες δαπάνες για δωρεάν διακοπές και ταξίδια;
Επιπλέον, στην έκθεση πηγαίνουν και φορείς που είναι άσχετοι με το αντικείμενο, το οποίο είναι η εμφάνιση προϊόντων και η παρουσίαση καινοτόμων δράσεων. Για παράδειγμα, η ΚΕΔΕ γιατί θα πρέπει να είναι εκεί, για να σπαταλήσουν μερικά χρήματα οι δήμοι και μετά να αυξήσουν τα τέλη που τους πληρώνουν οι δημότες;
Σε μια εποχή που ο κόσμος δεν έχει μαντίλι να κλάψει, που ο οικογενειάρχης παθαίνει απανωτά εγκεφαλικά μόλις του έρχονται οι λογαριασμοί και οι φόροι, είναι δυνατόν κάποιοι να ξεσαλώνουν με τα λεφτά του; Είναι δυνατόν να βλέπουμε στρατιές παρατρεχάμενων υπουργείων και δημόσιων οργανισμών ή υπηρεσιών να σουλατσάρουν σε πανάκριβα ξενοδοχεία και να τρώνε τον… άμπακο στα πιο ακριβά μαγαζιά της συμπρωτεύουσας χωρίς λόγο;
Όταν κάποιος επιβάλλει στον κόσμο να σφίξει το ζωνάρι, πρώτα πρέπει να σφίγγει το δικό του, για να δώσει το παράδειγμα. Αυτό κάνει ο κάθε σωστός ηγέτης.
Αλλά, είπαμε, έχει μείνει τίποτα σωστό στην εποχή μας; Οπότε, μάλλον γυρεύουμε ψύλλους στ’ άχυρα…
Πηγή / Φωτογραφία: Sakis Lalas / Wikimedia Commons / CC BY 3.0