
Σε ρόλο θεατή η κυβέρνηση απέναντι στην ενισχυμένη Τουρκία
ΜΕ ΓΚΡΙΝΙΕΣ ΚΑΙ ΕΥΧΕΣ Ο ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΚΟΨΕΙ ΤΗΝ «ΕΠΕΛΑΣΗ» ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ
–Ανησυχίες για την αναβάθμιση της Άγκυρας και τη νέα εποχή στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ
Άβουλος παρατηρητής του μεγάλου σόου που έστησε ο Ταγίπ Ερντογάν στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, προκειμένου να επανασυστήσει την Τουρκία ως μεγάλη περιφερειακή δύναμη, στην ισχύ της οποίας βασίζονται τόσο το ΝΑΤΟ όσο και η ΕΕ για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ήταν η Αθήνα, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τους υπουργούς Εξωτερικών και Άμυνας απλώς να περιμένουν πότε θα τελειώσει το «μαρτύριο» της Συνόδου Κορυφής, ώστε να επιστρέψουν στην Αθήνα.
H τουρκική πλευρά, μάλιστα, φρόντισε και σημειολογικά να στείλει το μήνυμά της, καθώς η στρατιωτική μπάντα, την ώρα της άφιξης του Κυριάκου Μητσοτάκη στο προεδρικό μέγαρο, όπου τον υποδέχθηκε ο Ταγίπ Ερντογάν, επέλεξε να παίξει το γνωστό οθωμανικό εμβατήριο «Ceddin Deden», το οποίο εξυμνεί τις κατακτήσεις των Οθωμανών.
Εδώ και αρκετές εβδομάδες είχαν σημάνει τα πρώτα καμπανάκια για το τι θα συνέβαινε στην Άγκυρα το διήμερο 7 – 8 Ιουλίου, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς ποτέ να κρύψει τον θαυμασμό του και την «αδυναμία» του για τον τούρκο Πρόεδρο, προετοίμαζε μια σειρά από δώρα προς τον τούρκο ηγέτη. Δώρα που όχι μόνο ενισχύουν σημαντικά τη στρατιωτική και αμυντική ικανότητα της Τουρκίας, αλλά ενισχύουν και πολιτικά τον Ταγίπ Ερντογάν σε μια δύσκολη φάση της πολιτικής του διαδρομής. Παράλληλα, όλοι οι φιλοαμερικανοί αξιωματούχοι των Βρυξελλών έσπευδαν, ο ένας μετά τον άλλον, στην Άγκυρα, την παραμονή της Συνόδου, προκειμένου να δηλώσουν τον θαυμασμό τους για την Τουρκία και την ανάγκη να συμμετέχει ενεργά στο εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Άμυνας.
Ο αμερικανός Πρόεδρος φρόντισε, πριν προσγειωθεί στην Άγκυρα, να προωθήσει την πώληση των κινητήρων F-110 στην Τουρκία, οι οποίοι είναι κρίσιμοι για τη συνέχιση του σημαντικότερου προγράμματος της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, της κατασκευής του μαχητικού πέμπτης γενιάς KAAN. Κάτι που θα αναβαθμίσει την Τουρκία στο μικρό κλαμπ των τεσσάρων χωρών παγκοσμίως που διαθέτουν τέτοια δυνατότητα. Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ υποσχέθηκε δημοσίως ότι θα αναλάβει πρωτοβουλία για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 και την άρση των κυρώσεων CAATSA, χωρίς ακόμη να είναι γνωστός ο τρόπος που θα επιλέξει, μέσω νέας διμερούς συμφωνίας ή άλλης διαδικασίας, ώστε να παρακαμφθούν οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν επί της πρώτης θητείας του, λόγω της αγοράς από την Τουρκία των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400.
Η συνολική παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ και οι τοποθετήσεις του στην Άγκυρα, δυστυχώς, δείχνουν μια μεγάλη ανατροπή στις μέχρι τώρα ισορροπίες, καθώς οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις εισέρχονται σε μια νέα εποχή. Και αυτό παρά τις έντονες αντιδράσεις του ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ο οποίος προειδοποιεί ότι οδηγούμαστε σε ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή.
Όμως, η Αθήνα έχει πλέον ένα ακόμη σημαντικό πρόβλημα να αντιμετωπίσει. Μετά την πώληση γερμανικών υποβρυχίων στην Τουρκία, ο δήθεν στενός σύμμαχος της Ελλάδας, Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος μάλιστα πριν από λίγους μήνες δεσμευόταν ότι «η Γαλλία θα βρεθεί στο πλευρό της Ελλάδας αν δεχθεί επίθεση», φέρεται, σύμφωνα με σειρά δημοσιευμάτων, έτοιμος να αλλάξει στάση ως προς το βέτο που ασκούσε επί σειρά ετών στην πώληση του γαλλοϊταλικής παραγωγής αντιαεροπορικού – αντιπυραυλικού συστήματος SAMP/T στην Τουρκία.
Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε αλυσιδωτές συνέπειες. Η Τουρκία, εξασφαλίζοντας ένα προηγμένο αντιαεροπορικό και αντιπυραυλικό σύστημα, θα αποκτούσε, όπως επισημαίνουν αμυντικοί αναλυτές, το απαραίτητο άλλοθι για να αποσύρει τους S-400, εξαλείφοντας έτσι το σημαντικότερο εμπόδιο που υπάρχει σήμερα για την πλήρη και χωρίς περιορισμούς ανάπτυξη των αμυντικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Συγχρόνως, στη Σύνοδο Κορυφής της Άγκυρας και στις παράλληλες εκδηλώσεις που έγιναν για τους αμυντικούς εξοπλισμούς φάνηκε ότι η Τουρκία χρησιμοποιεί τη συγκυρία αυτή για να ενισχύσει τη δυναμική της αμυντικής της βιομηχανίας και, με διμερείς συμφωνίες με συμμάχους που είναι και μέλη της ΕΕ, να ασκήσει τη μέγιστη δυνατή πίεση ώστε να παρακαμφθούν τα εμπόδια που υπάρχουν για τη συμμετοχή της στα προγράμματα ευρωπαϊκών εξοπλισμών.
Έχοντας σημαντικά αναβαθμισμένο ρόλο μετά και τη Σύνοδο Κορυφής και την αναγνώριση από συμμάχους και εταίρους του σημαντικού της ρόλου για την Ευρωπαϊκή Ασφάλεια, η Τουρκία και ο Ταγίπ Ερντογάν θα επιμείνουν ότι δεν μπορούν να υπάρχουν περιορισμοί και άτυπα εμπάργκο εντός του ευρωατλαντικού πυλώνα ασφαλείας, και, συνεπώς, οι αντιρρήσεις και τα βέτο της Ελλάδας και της Κύπρου για τη συμμετοχή της σε προγράμματα, όπως το «SAFE» των 150 δισ. ευρώ, θα πρέπει να παρακαμφθούν.
Απέναντι σε αυτήν την επέλαση της Τουρκίας, η Αθήνα όλο το προηγούμενο διάστημα παρέμενε σιωπηλή, αρκούμενη στις αυτάρεσκες δηλώσεις περί ενίσχυσης της χώρας και αναβάθμισης του ρόλου της. Ρητορική που δεν συνοδευόταν, φυσικά, από πράξεις. Διότι τα μηνύματα είχαν έρθει νωρίς και θα έπρεπε να είχε υπάρξει διπλωματική εκστρατεία της κυβέρνησης προς την Ευρώπη και την Αμερική, προκειμένου να εξηγηθούν οι ελληνικές θέσεις αλλά και οι προκλήσεις που θα δημιουργήσει μια ανεξέλεγκτη και χωρίς κανέναν όρο ή δέσμευση, ειδικά στο ευρωπαϊκό επίπεδο, εμπλοκή της Τουρκίας, με θεσμικό τρόπο, στην Ευρωπαϊκή Άμυνα.
Έτσι, ασχολούμενη με τον Τσίπρα, τον Σαμαρά, τα επιδόματα και τη στενή εσωτερική ατζέντα, άφησε τα πράγματα στην τύχη τους.
Η ελληνική αντιπροσωπεία βρέθηκε στην Άγκυρα ως φοβισμένος θεατής του «μεγαλείου» του Ταγίπ Ερντογάν και της αναβάθμισης της Τουρκίας.
Αυτό το φοβικό σύνδρομο, προφανώς, έχει συνέπειες και στα ελληνοτουρκικά.
Μια Τουρκία με ενισχυμένη αυτοπεποίθηση και ρόλο, με όλους τους ξένους ηγέτες που βρέθηκαν στην Άγκυρα να εκθειάζουν την περιφερειακή ισχύ της και να προβάλλουν την ανάγκη που έχουν τόσο το ΝΑΤΟ όσο και η ΕΕ για την Τουρκία, είναι προφανές ότι θα είναι πολύ πιο δύσκολος και απαιτητικός γείτονας το επόμενο διάστημα.
Πολύ περισσότερο όταν κανείς ηγέτης δεν τόλμησε και δεν θέλησε να αναφερθεί στο γεγονός ότι η Τουρκία έχει τη δική της ατζέντα στη Μέση Ανατολή, στον Καύκασο και στη Βόρεια Αφρική, ότι αντιτίθεται σε μεγάλα σχέδια, όπως ο IMEC, αλλά και ότι κινείται εκτός πλαισίου των αρχών και αξιών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, έχοντας επιβάλει ένα αυταρχικό καθεστώς, που παραβιάζει κάθε έννοια δημοκρατικής διακυβέρνησης, κράτους δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Με μια Τουρκία ενισχυμένη και αισθανόμενη ότι δεν υφίσταται κανέναν έλεγχο και περιορισμό, παίρνουν άλλη διάσταση και τα ελληνοτουρκικά, ενώ το φθινόπωρο αναμένεται η έγκριση του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα», που θεσμοθετεί πλέον και καθιστά νόμο του τουρκικού κράτους όλες τις διεκδικήσεις εις βάρος της χώρας μας.
Δυστυχώς, για μία ακόμη φορά, και μάλιστα με οδυνηρό τρόπο, επιβεβαιώνεται ότι η αδράνεια, η αυτάρκεια, η έλλειψη πρωτοβουλιών και, κυρίως, η αποφυγή δημιουργίας της εικόνας του «δεδομένου συμμάχου» μπορούν να έχουν εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες για τα εθνικά συμφέροντα.