Β. Ζωγράφος: Το ψηφιακό κράτος μετατρέπει την πιστοληπτική αξιοπιστία του πολίτη σε αριθμοδείκτη και τον αλγόριθμο σε ζήτημα δημοκρατίας

Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team,
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων,
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]
Η ψηφιακή μετάβαση του ελληνικού κράτους εισέρχεται σε μια περίοδο θεσμικά διαφορετική από την απλή ψηφιοποίηση υπηρεσιών. Η σημερινή κυρίαρχη αφήγηση της ψηφιακής διακυβέρνησης υποδομήθηκε στην κατάργηση της γραφειοκρατικής φυσικής παρουσίας, στη διαλειτουργικότητα μητρώων, στην αυτοματοποίηση διοικητικών διαδικασιών και στη μετατροπή του εγγράφου σε δεδομένο. Η δημιουργία συστήματος πιστοληπτικής βαθμολόγησης μετακινεί το επίκεντρο βαθύτερα. Το κράτος δεν περιορίζεται στη γνώση της οικονομικής συμπεριφοράς του πολίτη. Αποκτά την υπολογιστική δυνατότητα αξιολόγησης, κατηγοριοποίησης, πρόβλεψης και βαθμολόγησης. Μετάβαση από την ψηφιακή διοίκηση στην αλγοριθμικά υποβοηθούμενη διοικητική αξιολόγηση.
Η επίσημη κυβερνητική επιχειρηματολογία παρουσιάζει το νέο σύστημα ως μηχανισμό αντιμετώπισης της πληροφοριακής ασυμμετρίας, αποτελεσματικότερης αποτίμησης του πιστωτικού κινδύνου, πρόληψης της υπερχρέωσης και αναγνώρισης της πραγματικής οικονομικής συμπεριφοράς φυσικών και νομικών προσώπων. Η σχεδιαζόμενη πληροφοριακή αρχιτεκτονική προβλέπει συγκέντρωση δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς από φορείς του Δημοσίου, αυτοματοποιημένη επεξεργασία και παραγωγή πιστοληπτικής βαθμολόγησης, ενώ το θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει υπό προϋποθέσεις διαλειτουργικότητα με φορείς πιστοληπτικής αξιολόγησης και παραγωγή ενοποιημένης βαθμολογίας.
Η συνεπής οικονομική συμπεριφορά αποκτά θετική αποτύπωση, η αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου είναι ακριβέστερη και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση δικαιότερη, χωρίς εκτεταμένο τραπεζικό ιστορικό. Η τεχνολογική χρησιμότητα δεν αναιρεί το μείζον θεσμικό ερώτημα. Ποιος βαθμολογεί τον πολίτη και ποιος αξιολογεί τον λογισμικό μηχανισμό που τον βαθμολογεί; Η πιστοληπτική βαθμολογία αποτελεί το τελικό αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας κανονιστικών και υπολογιστικών επιλογών. Η επιλογή των δεδομένων, η χρονική τους βαρύτητα, η στάθμιση μιας ληξιπρόθεσμης οφειλής, η σημασία μιας παλαιότερης καθυστέρησης, η μεταγενέστερη οικονομική συνέπεια και η αντιμετώπιση μιας ρυθμισμένης υποχρέωσης συγκροτούν παραμέτρους με άμεσο αντίκτυπο στο τελικό αποτέλεσμα.
Μία λανθασμένη εγγραφή σε κρατικό μητρώο αποτελούσε ανέκαθεν διοικητικό πρόβλημα. Η ενσωμάτωση της ίδιας λανθασμένης εγγραφής σε έναν μηχανισμό πιστοληπτικής βαθμολόγησης μετατρέπει το διοικητικό λάθος σε παράγοντα οικονομικής κατηγοριοποίησης. Η διαλειτουργικότητα πολλαπλασιάζει αυτήν τη δυναμική. Το ανακριβές δεδομένο δεν παραμένει πλέον απομονωμένο στη βάση προέλευσής του, αλλά μεταφέρεται, συσχετίζεται, αξιολογείται και επηρεάζει ένα παράγωγο αποτέλεσμα με πραγματικές συνέπειες για τον πολίτη.
Ο πολίτης χρειάζεται να γνωρίζει ποια δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν, από ποιες πηγές προήλθαν, ποια χρονική περίοδο αφορούν, αν υπήρξαν διορθώσεις, ποιοι παράγοντες επηρέασαν ουσιωδώς τη βαθμολογία και ποια διαδικασία μπορεί να απαιτήσει ανθρώπινη επανεξέταση. Η αλγοριθμική λογοδοσία δεν εξαντλείται στην κυβερνητική διαβεβαίωση ότι ένας αλγόριθμος λειτουργεί νόμιμα. Προϋποθέτει ελεγκτική ιχνηλασιμότητα, επεξήγηση, διόρθωση και πραγματική δυνατότητα προσβολής του αποτελέσματος.
Το κανονιστικό πλαίσιο προβλέπει δυνατότητες διόρθωσης ή συμπλήρωσης δεδομένων και επανέκδοσης της πιστοληπτικής ενημέρωσης, όταν γίνουν αποδεκτές σχετικές μεταβολές. Η προβλεπόμενη αντίρρηση ως προς την ορθότητα της πιστοληπτικής βαθμολόγησης δεν ασκείται ηλεκτρονικά. Η αντίφαση δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντη. Το ψηφιακό κράτος εμφανίζεται ικανό να ψηφιοποιεί την εξουσία του να αξιολογεί ταχύτερα από όσο ψηφιοποιεί το δικαίωμα του πολίτη να αμφισβητεί την αξιολόγηση.
Η παραχθείσα ασυμμετρία αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής ψηφιακής στρατηγικής. Ένα ψηφιακό κράτος χωρίς συμμετρική ψηφιοποίηση των δικαιωμάτων κινδυνεύει να εξελιχθεί σε τεχνολογικά προηγμένη, αλλά θεσμικά άνιση διοίκηση. Η διεθνής συζήτηση χρησιμοποιεί τον όρο «function creep» για να περιγράψει τη σταδιακή επέκταση πληροφοριακών συστημάτων πέρα από τον αρχικό σκοπό της δημιουργίας τους. Νέες πηγές δεδομένων, πρόσθετες διασυνδέσεις, διαφορετικοί αποδέκτες και διευρυμένοι σκοποί χρήσης μπορούν σταδιακά να μεταβάλουν τη φυσιογνωμία μιας αρχικά περιορισμένης εφαρμογής. Το κρίσιμο δημοκρατικό ερώτημα δεν αφορά αποκλειστικά το τι επιτρέπεται σήμερα, αλλά το πόσο εύκολα μπορεί να αλλάξει αύριο το πεδίο της βαθμολόγησης.
Οι εύκολες συγκρίσεις με το κινεζικό social credit δεν βοηθούν τη σοβαρή δημόσια συζήτηση. Η σχεδιαζόμενη ελληνική υποδομή αφορά πιστοληπτική αξιολόγηση και οικονομική συμπεριφορά, όχι γενικευμένη κοινωνική βαθμολόγηση. Η μετάβαση στον βαθμολογημένο πολίτη σηματοδοτεί μια βαθύτερη μεταβολή στη σχέση κράτους, δεδομένων και εξουσίας. Η προηγούμενη γενιά ψηφιακών μεταρρυθμίσεων επιδίωκε να απαλλάξει τον πολίτη από τον γκισέ. Η επόμενη γενιά καθορίζει πώς τον αντιλαμβάνονται πληροφοριακά συστήματα, δημόσιοι φορείς, πιστωτικοί μηχανισμοί υπό την αιγίδα της αλγοριθμικής διαφάνειας, ελεγκτικής ανεξαρτησίας, ανθρώπινης επανεξέτασης και αυστηρού περιορισμού της επαναχρησιμοποίησης των δεδομένων.
Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας μετατρέπει την οικονομική συμπεριφορά του πολίτη σε μετρήσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση, το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης οικοδομεί την πληροφοριακή αρχιτεκτονική που καθιστά αυτήν τη γνώση υπολογιστικά αξιοποιήσιμη. Η προαναφερθείσα εξουσία γεννά αντίστοιχη θεσμική υποχρέωση διαφάνειας, ελεγκτικότητας και προστασία από κάθε μορφή αλγοριθμικής αυθαιρεσίας. Απαραίτητες δικλείδες ασφάλειας αποτελούν η πλήρης ιχνηλασιμότητα των δεδομένων, η γνωστοποίηση των ουσιωδών κριτηρίων βαθμολόγησης, οι ανεξάρτητοι αλγοριθμικοί έλεγχοι, η καταγραφή κάθε πρόσβασης και μεταβολής, ο αυστηρός χρονικός περιορισμός διατήρησης των πληροφοριών, η απαγόρευση ανεξέλεγκτης επαναχρησιμοποίησής τους για διαφορετικούς σκοπούς, η ανθρώπινη επανεξέταση δυσμενών αποτελεσμάτων και ένα πραγματικά άμεσο δικαίωμα διόρθωσης και αμφισβήτησης.
Απαιτείται ένα αδιαπραγμάτευτο θεσμικό όριο απέναντι στη μελλοντική διολίσθηση από την πιστοληπτική αξιολόγηση της οικονομικής συμπεριφοράς προς μια γενικευμένη βαθμολόγηση του προσώπου. Η δημοκρατική πρόκληση της επόμενης ημέρας δεν θα κριθεί από την «εξυπνάδα» του αλγόριθμου, αλλά από την εξουσία που ασκείται μέσω αυτού. Η απουσία θεσμικών εγγυήσεων μετατρέπει την τεχνολογική αποτελεσματικότητα σε υποδομή επιτήρησης, κατηγοριοποίησης και αποκλεισμού, ανοίγοντας τον δρόμο προς ένα οργουελικό μοντέλο ψηφιακής διακυβέρνησης, που ο πολίτης δεν θα αξιολογείται μόνο για όσα οφείλει, αλλά δυνητικά για όσα είναι, επιλέγει ή πράττει. Η μετατροπή μιας ολόκληρης οικονομικής διαδρομής σε αριθμητικό δείκτη δεν αποτελεί τεχνολογική καινοτομία. Συνιστά μετασχηματισμό της διοικητικής γνώσης σε αξιολογική εξουσία. Το θεμελιώδες ερώτημα είναι ποιος αποφάσισε την αξία κάθε μονάδας βαθμολόγησης, με ποια δεδομένα, ποια κριτήρια, για ποιον σκοπό και για πόσο χρόνο και, κυρίως, ποιος θα ελέγχει εκείνον που απέκτησε την εξουσία να βαθμολογεί.