
Η προπαγάνδα για επίσκεψη Τραμπ στην Ελλάδα εξέθεσε τους πάντες
–Έχασε και τις εντυπώσεις η ελληνική κυβέρνηση
H διεθνής σκακιέρα δεν συγχωρεί αυταπάτες και η σκληρή πραγματικότητα των γεωπολιτικών συσχετισμών ήρθε να προσγειώσει απότομα την Αθήνα. Την ώρα που ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έπαιξε… μεγάλη μπάλα, υποδεχόμενος τον Ντόναλντ Τραμπ στην Άγκυρα με αφορμή τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα βιώνει μια μάλλον ταπεινωτική απομόνωση.
Για εβδομάδες ολόκληρες, τα συστημικά Μέσα Ενημέρωσης και η δημόσια τηλεόραση καλλιεργούσαν ένα κλίμα προσμονής, μεταδίδοντας μετά βαΐων και κλάδων ότι ο αμερικανός Πρόεδρος, συνοδευόμενος από κορυφαίους υπουργούς του, όπως ο Πιτ Χέγκσεθ και ο Μάρκο Ρούμπιο, θα πραγματοποιούσε έστω μια σύντομη στάση στην ελληνική πρωτεύουσα. Οι προσδοκίες αυτές, που βασίστηκαν σε δηλώσεις και παραγόντων των ΗΠΑ στην Ελλάδα, αποδείχθηκαν τελικά φρούδες ελπίδες.
Το αποτέλεσμα είναι πλέον ορατό και μάλλον πικρό, αφού κανένας αμερικανός αξιωματούχος δεν πάτησε το πόδι του στην Αθήνα, ούτε καν για ένα τυπικό πέρασμα.
Ολόκληρο το αμερικανικό επιτελείο, μαζί με εκατοντάδες επιχειρηματίες, κατευθύνθηκε αποκλειστικά στην Τουρκία.
Η εικόνα του Ντόναλντ Τραμπ να καταθέτει στεφάνι στο μαυσωλείο του Κεμάλ Ατατούρκ, προτού μεταβεί στο Προεδρικό Μέγαρο για την κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Ερντογάν, ο οποίος τον υποδέχθηκε στο αεροδρόμιο, στέλνει ένα ξεκάθαρο σήμα για το πού εντοπίζουν οι ΗΠΑ το πραγματικό κέντρο βάρους στην περιοχή.
Η Ουάσινγκτον επιλέγει να συνομιλήσει απευθείας με τον παίκτη που θεωρεί ρυθμιστή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου, αγνοώντας επιδεικτικά τη χώρα μας.
Αυτή η εξέλιξη γεννά βαθύ προβληματισμό για το περίφημο ειδικό διπλωματικό βάρος της Ελλάδας, το οποίο η σημερινή κυβέρνηση παρουσίαζε ως αναβαθμισμένο.
Η πραγματικότητα δείχνει ότι η πολιτική του δεδομένου συμμάχου δεν απέδωσε τα αναμενόμενα οφέλη, αφήνοντας την Αθήνα στο περιθώριο των μεγάλων αποφάσεων.
Η σύγκριση με το παρελθόν είναι αναπόφευκτη και δείχνει το μέγεθος της σημερινής διολίσθησης. Ακόμα και σε περιόδους που οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις περνούσαν κρίση, όπως επί διακυβέρνησης Κώστα Καραμανλή, η Ουάσινγκτον μπορεί να μη μας συμπαθούσε, αλλά σίγουρα δεν μας περιφρονούσε.
Σήμερα, η στάση της Ουάσινγκτον εκπέμπει μια αδιαφορία που πληγώνει την εθνική μας αξιοπρέπεια.
Η Άγκυρα, αντίθετα, παρά τις ισορροπίες τρόμου με τη Δύση και την επιμονή της στο ρωσικό σύστημα S-400, κατάφερε να επιβάλει τους όρους της.
Η αμερικανοτουρκική σύμπλευση μοιάζει πλέον τόσο ισχυρή, που ούτε καν το Ισραήλ δεν δείχνει ικανό να την αναχαιτίσει.
Για την Ελλάδα, το μάθημα της 7ης Ιουλίου 2026 ήταν σαφές και λέει ότι η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και ευσεβείς πόθους στα τηλεοπτικά παράθυρα αλλά με σκληρή ισχύ και αμοιβαία οφέλη. Διαφορετικά, κινδυνεύεις να μείνεις θεατής, σε βάρος των εθνικών συμφερόντων.