–Τι είδε πριν από έναν αιώνα ο Μάσιμο Μποντεμπέλι
Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ*
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ρώμης
Πριν από έναν αιώνα, ο ιταλός συγγραφέας Μάσιμο Μποντεμπέλι διέκρινε ότι η πολιτική άλλαζε μορφή. Δεν εξαφανιζόταν, αλλά αποσυνδεόταν από τις παλιές κοινωνικές της βάσεις και μετατρεπόταν όλο και περισσότερο σε μύθο, εικόνα και συλλογική ταύτιση. Μια ιδέα που επιστρέφει σήμερα, σε μια εποχή κρίσης των κομμάτων, των θεσμών και των κοινωνικών δεσμών.
Ο Μάσιμο Μποντεμπέλι δεν είχε γράψει ένα πολιτικό μανιφέστο για το «τέλος της πολιτικής», είχε όμως αντιληφθεί κάτι που σήμερα αποκτά παράξενη επικαιρότητα, ότι ο 20ός αιώνας δεν θα ήταν απλώς μια συνέχεια του 19ου και ότι μαζί με τον παλιό κόσμο θα τελείωνε και ένας συγκεκριμένος τρόπος να κάνουμε πολιτική.
Η πολιτική του 19ου αιώνα ήταν βαθιά κοινωνική, κόμματα, τάξεις, συνδικάτα, εφημερίδες, ενώσεις και συλλογικότητες λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι χώροι ανάμεσα στο άτομο και την εξουσία. Η πολιτική γεννιόταν μέσα στην κοινωνία. Ο πολίτης δεν ήταν απλώς αποδέκτης ενός μηνύματος, αλλά συμμετείχε σε οργανώσεις, συγκρούσεις και συλλογικές διεκδικήσεις.
Ο Μποντεμπέλι διέκρινε την κρίση αυτού του κόσμου ήδη στη δεκαετία του 1920. Με τη θεωρία του «Novecentismo» μιλούσε για μια <B> «Τρίτη Εποχή», <Δ> μετά την κλασική και τη ρομαντική, που εγκαινιαζόταν από τον νέο αιώνα και ιδιαίτερα από την εμπειρία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η νέα εποχή απαιτούσε μια νέα τέχνη και μια νέα σχέση με την πραγματικότητα.
Εδώ βρίσκεται και η πολιτική σημασία του μαγικού ρεαλισμού του. Ο Μποντεμπέλι αναζητούσε μέσα στην καθημερινότητα το παράδοξο, το θαυμαστό, το μυστηριώδες. Δεν ήθελε απλώς να αποδράσει από την πραγματικότητα, αλλά ήθελε να την ξανακατασκευάσει μέσα από νέους μύθους…
Και εδώ αρχίζει η μεγάλη πολιτική αντίφαση.
Γιατί ο μύθος, όταν περνά από την τέχνη στην πολιτική, μπορεί να γίνει δύναμη χειραφέτησης αλλά και μηχανισμός εξουσίας. Ο φασισμός αυτό το κατάλαβε νωρίς. Δεν θέλησε απλώς να κυβερνήσει το κράτος, αλλά θέλησε να κατασκευάσει μια νέα συλλογική πραγματικότητα. Δηλαδή, θέλησε ένα έθνος χωρίς κοινωνικές αντιθέσεις, έναν λαό ενωμένο γύρω από σύμβολα, τελετουργίες και τον ηγέτη.
Οι κοινωνικές ταυτίσεις στην πολιτική
Ο Μποντεμπέλι βρέθηκε αρχικά μέσα σε αυτήν τη γοητεία. Εντάχθηκε στο Φασιστικό Κόμμα το 1924 και ανέλαβε σημαντικό ρόλο στον επίσημο συνδικαλιστικό μηχανισμό των συγγραφέων. Η σχέση ανάμεσα στη μυθολογία του «νέου ανθρώπου», στην αισθητική του και στη φασιστική πολιτική έχει αποτελέσει αντικείμενο ειδικής μελέτης.
Αυτό βέβαια έκανε τη διαδρομή του Μποντεμπέλι πιο υποψιασμένη, γιατί έζησε από μέσα το πρόβλημα, το οποίο είχε διακρίνει νωρίς.
Τι συμβαίνει όταν η πολιτική παύει να οργανώνει κοινωνικές διαφορές και αρχίζει να οργανώνει ταυτίσεις;
Τότε δεν χρειάζεται πλέον να πείσεις τον αντίπαλο. Χρειάζεται να κατασκευάσεις ένα «εμείς». Η πολιτική μετακινείται από το πεδίο της διαπραγμάτευσης στο πεδίο του συμβόλου, από το πρόγραμμα στο αφήγημα, από την κοινωνική οργάνωση στη μαζική κινητοποίηση.
Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο νόημα του «τέλους της πολιτικής» στον Μποντεμπέλι. Το γεγονός, δηλαδή, ότι οι πολιτικοί εξαφανίζονται να είναι απόντες, ή ακόμη ότι τα κράτη παύουν να κατέχουν εξουσία και το κυριότερο, ότι η πολιτική χάνει σταδιακά την κοινωνική της μεσολάβηση.
Η δική του πορεία υπήρξε μια οδυνηρή επιβεβαίωση επάνω σε αυτό. Στη δεκαετία του 1930 απομακρύνθηκε από τον φασισμό και συγκρουόμενος με το γεγονός ότι η τέχνη έπρεπε να έμπαινε υπό έλεγχο κάτω το καθεστώς. Το 1938, με τους φυλετικούς νόμους, αρνήθηκε να καταλάβει την πανεπιστημιακή έδρα που είχε εκκενωθεί μετά την εκδίωξη του εβραίου καθηγητή Ατίλιο Μομιλιάνο. Για όλα αυτά τιμωρήθηκε.
Μετά τον πόλεμο η διαδρομή του έκανε μια ακόμη ανατροπή. Το 1946 εξελέγη γερουσιαστής με κομμουνιστικό ψηφοδέλτιο, αλλά η εκλογή του ακυρώθηκε εξαιτίας του προηγούμενου πολιτικού του παρελθόντος.
Η βιογραφία του, επομένως, δεν είναι απλώς η ιστορία ενός διανοουμένου που άλλαξε στρατόπεδο, αλλά είναι το παράδειγμα ενός ανθρώπου που πέρασε από τις δύο μεγάλες πολιτικές υποσχέσεις του 20ού αιώνα και είδε από διαφορετικές πλευρές το ίδιο πρόβλημα. Το πώς η κοινωνία μπορεί να χαθεί μέσα στην πολιτική ενώ η πολιτική εμφανίζεται παντού.
Και εδώ αρχίζει η σημερινή επικαιρότητα.
Δεν ζούμε βέβαια σε έναν νέο φασισμό ούτε μπορούμε να μεταφέρουμε μηχανικά τις αναλύσεις του Μεσοπολέμου στο 2026. Έχει όμως αλλάξει και πάλι ο τρόπος με τον οποίο η πολιτική συναντά την κοινωνία. Τα κόμματα χάνουν μέλη και κοινωνικές ρίζες, οι παραδοσιακές οργανώσεις αδυνατίζουν, και η σχέση αντιπροσώπευσης γίνεται όλο και πιο εύθραυστη. Και στη θέση των παλιών ενδιάμεσων χώρων αναπτύσσεται μια άμεση πολιτική της εικόνας, του συνθήματος, της ταύτισης και του συναισθήματος.
Πού απευθύνεται ο πολιτικός;
Ο πολιτικός μπορεί πλέον να απευθύνεται στον πολίτη χωρίς το κόμμα, την εφημερίδα, το συνδικάτο ή τη συλλογικότητα όλα εκείνα που λειτουργούσαν κάποτε ως ενδιάμεσος χώρος. Η κοινωνία βέβαια δεν εξαφανίζεται, αλλά παύει να είναι απαραίτητη για την παραγωγή πολιτικού μηνύματος. Αυτό είναι το σημείο όπου ο Μποντεμπέλι συναντά τη σημερινή κρίση.
Η κρίση δεν είναι μόνο κρίση της αντιπροσώπευσης αλλά είναι και κρίση των κοινωνικών δεσμών, οι οποίοι έκαναν στο παρελθόν την αντιπροσώπευση δυνατή. Αλλά ακόμη και όταν αυτοί οι δεσμοί αποδυναμώνονται, η πολιτική δεν σταματά. Αντίθετα, γίνεται πιο θεαματική, πιο προσωποκεντρική, πιο συναισθηματική.
Ο Μποντεμπέλι δεν προέβλεψε τα κοινωνικά δίκτυα ούτε τη σημερινή ψηφιακή πολιτική. Είδε όμως το βαθύτερο πρόβλημα: Ότι η πολιτική μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη και όταν η κοινωνία αποσύρεται από μέσα της.
Αυτό ίσως να είναι και το πραγματικό «τέλος της πολιτικής» που αξίζει να συζητήσουμε σήμερα. Όχι το τέλος των εκλογών, των κυβερνήσεων ή των κομμάτων, αλλά το τέλος της πολιτικής ως κοινής κοινωνικής πράξης. Μιας πολιτικής που ξεκινούσε από ανθρώπους οργανωμένους μαζί και όχι απλώς από ανθρώπους συγκεντρωμένους μπροστά σε μια οθόνη.
Ο Μποντεμπέλι μας αφήνει έτσι ένα παράδοξο ερώτημα: Μήπως η μεγαλύτερη κρίση της πολιτικής δεν αρχίζει όταν οι πολίτες παύουν να ενδιαφέρονται γι’ αυτήν, αλλά όταν η πολιτική μπορεί να λειτουργεί χωρίς να χρειάζεται πλέον την κοινωνία;
*Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».
Πηγή / Φωτογραφία: Radiocorriere (1954) / Wikimedia Commons