Ψηφιακά υδρόμετρα με μηχανισμό διαφάνειας «παλαιάς κοπής»

Ψηφιακά υδρόμετρα με μηχανισμό διαφάνειας «παλαιάς κοπής»


Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team,
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων,
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]


Η Ψηφιακή Ελλάδα παρουσιάστηκε ως εμβληματικό εγχείρημα εκσυγχρονισμού, ως υπόσχεση μιας διοίκησης που λειτουργεί με διαφάνεια, ταχύτητα και αντικειμενικά κριτήρια. Η ρητορική του μετασχηματισμού πρόβαλε την τεχνολογία ως εγγύηση αξιοπιστίας, ορθολογικής διαχείρισης και δημόσιου συμφέροντος. Ωστόσο, όσα αποκαλύπτονται σήμερα για τις προμήθειες ψηφιακών υδρομετρητών από δεκάδες δήμους δείχνουν ότι το ψηφιακό αφήγημα μπορεί να λειτουργεί ως προπέτασμα καπνού, όταν η Πολιτεία δεν διαθέτει μηχανισμούς λογοδοσίας, τεχνικής επάρκειας και θεσμικής εποπτείας.

Το σκάνδαλο των ψηφιακών υδρομετρητών δεν αφορά μια απλή δημοτική αστοχία, αλλά αναδεικνύει ένα βαθιά προβληματικό οικοσύστημα ανάθεσης και διαχείρισης πόρων. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, δεκάδες δήμοι προχώρησαν σε προμήθειες υδρομέτρων, σε τιμές πολλαπλάσιες της πραγματικής τους αξίας, ενώ υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι συσκευές αγοράστηκαν με κόστος έως και επτά φορές υψηλότερο από τις τιμές της αγοράς. Το συνολικό ύψος των συμβάσεων εκτιμάται ότι αγγίζει τα 300 εκατ. ευρώ. Ποσό ασύλληπτο, δεδομένου ότι αφορά υλικό εξοπλισμό χαμηλής τεχνολογικής πολυπλοκότητας και εγκαταστάσεις που θα μπορούσαν να είχαν υλοποιηθεί με σημαντικά χαμηλότερο κόστος.

Η υπόθεση αυτή φέρει όλα τα χαρακτηριστικά μιας συστημικής στρέβλωσης. Η αποσπασματική υλοποίηση έργων, η απουσία ενιαίου μοντέλου προδιαγραφών, η κατακερματισμένη διαδικασία ανάθεσης και η έλλειψη ουσιαστικού τεχνικού ελέγχου δημιουργούν το κατάλληλο περιβάλλον για υπερκοστολογήσεις και δυσανάλογες συμβάσεις. Αντί η ψηφιοποίηση να λειτουργεί ως επιταχυντής διαφάνειας, κατέληξε εργαλείο υπερτιμολογήσεων. Η τεχνολογία επιστρατεύθηκε όχι για να υποστηρίξει τις υποδομές ύδρευσης, αλλά για να δικαιολογήσει οικονομικά άλματα που δεν μπορούν να σταθούν με κανένα τεχνικό ή οικονομικό επιχείρημα.

Η ευθύνη δεν αφορά αποκλειστικά τους δήμους. Το θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει την κατανομή τέτοιων πόρων χωρίς ενιαίο μηχανισμό τεχνικής εποπτείας και χωρίς υποχρεωτική εφαρμογή συγκρίσιμων προδιαγραφών καθιστά τη διαφάνεια προαιρετική και την κακή χρήση πόρων πιθανή έως αναμενόμενη. Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας και οι αρμόδιες διαχειριστικές Αρχές του ΕΣΠΑ καλούνται να ελέγξουν αναδρομικά ένα οικοσύστημα που επιτρέπει σε έργα να εγκρίνονται χωρίς πραγματική τεχνική αιτιολόγηση και χωρίς να ελέγχεται η αναγκαιότητα ή η αναλογικότητά τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα μοντέλο επενδύσεων όπου η ψηφιακή σφραγίδα χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει την οικονομική υπερβολή.

Εξίσου προβληματική είναι η απουσία ενιαίας ψηφιακής στρατηγικής για κρίσιμες υποδομές, όπως τα δίκτυα ύδρευσης. Αντί για κεντρική καθοδήγηση και τεχνική υποστήριξη από ειδικούς φορείς, η διαδικασία αφέθηκε στην τύχη της, με κάθε δήμο να κινείται με διαφορετικούς κανόνες, διαφορετικούς προμηθευτές και συχνά με αλληλοαναιρούμενες τεχνικές επιλογές. Αυτή η αποδιοργάνωση δεν αποτελεί απλώς τεχνική αδυναμία, αλλά ένα θεσμικό κενό που επιτρέπει τη δημιουργία αγορών χωρίς χαμηλό κόστος και με υψηλή ανοχή σε σκιώδεις πρακτικές.

Το σκάνδαλο αποκαλύπτει, επίσης, μια βαθύτερη παθογένεια, την έλλειψη ψηφιακής κυριαρχίας, σε μια χώρα που επενδύει δισεκατομμύρια σε τεχνολογικά έργα. Το κράτος φαίνεται να λειτουργεί ως παθητικός καταναλωτής τεχνολογικών λύσεων, χωρίς να έχει την ικανότητα να ορίσει τις προδιαγραφές, να ελέγξει την ποιότητα και να αξιολογήσει το οικονομικό αποτύπωμα. Αυτό σημαίνει ότι η ψηφιακή μετάβαση δεν οικοδομείται πάνω σε θεσμικά θεμέλια, αλλά σε αναθέσεις, που συχνά καθοδηγούνται από τοπικά, πολιτικά ή επιχειρηματικά συμφέροντα.

Όσο για το ζήτημα της λογοδοσίας, αυτό παραμένει το μεγαλύτερο κενό. Η πολυπλοκότητα των χρηματοδοτικών εργαλείων δημιουργεί ένα σύστημα όπου κανείς δεν έχει την πλήρη εικόνα, ενώ όλοι μπορούν να αποποιηθούν την ευθύνη. Οι πολίτες καλούνται να αποδεχθούν ότι οι υποδομές που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους εξυπηρετούν πραγματικές ανάγκες, την ώρα που το ίδιο το κράτος δεν μπορεί να αποδείξει ούτε την αναγκαιότητα των έργων ούτε την ορθότητα των συμβάσεων.

Η υπόθεση των ψηφιακών υδρομέτρων δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά σύμπτωμα ενός μοντέλου ψηφιακής διακυβέρνησης που δεν έχει ακόμα αποκτήσει θεσμική ωριμότητα. Αν η χώρα θέλει πραγματικό ψηφιακό μετασχηματισμό, οφείλει να διασφαλίσει ότι τα ψηφιακά έργα υπηρετούν την κοινωνία και όχι τα συμφέροντα των λίγων, ότι οι προμήθειες γίνονται με διαφάνεια και όχι με υπερκοστολογήσεις και ότι οι πόροι κατευθύνονται με βάση την πραγματική αξία και ανάγκη.

Σε διαφορετική περίπτωση, η Ψηφιακή Ελλάδα θα παραμείνει μια υπόσχεση που γράφεται στα χαρτιά, αλλά χάνεται στα παρασκήνια των προμηθειών, αφήνοντας πίσω της την ίδια, παλιά πραγματικότητα, απλώς με ψηφιακή ταμπέλα.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ
Φωτο: pixabay.com