
Γιατί πηγαίνει στην Τουρκία ο πρωθυπουργός;
–Η επίσκεψή του βοηθά, αντικειμενικά, τα παιχνίδια της Άγκυρας

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Η Άγκυρα προέβη εσχάτως σε μια νέα, άνευ προηγουμένου πρόκληση για να προβάλει τις γνωστές διεκδικήσεις της στο Αιγαίο ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού. Εξέδωσε, χωρίς να έχει καμία τέτοια διεθνή αρμοδιότητα, ΝΑVTEX για την περιοχή του Κεντρικού Αιγαίου για μια περίοδο δύο χρόνων!
Επαναβεβαίωσε, με την ίδια ευκαιρία, τη θεωρία περί γκρίζων ζωνών, νησίδων απροσδιορίστου δήθεν κυριαρχίας και περί αποστρατιωτικοποιήσεως όλων των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, όπως επίσης τη γνωστή απειλή πολέμου (casus belli) εάν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα μέχρι τα 12 μίλια, όπως έχει δικαίωμα με βάση το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο. Εν τω μεταξύ, υπό την επίφαση των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο, συνεχίζει τις παραβιάσεις και παραβάσεις του Ελληνικού Εθνικού χώρου, περιλαμβανομένων των χωρικών υδάτων, και τον υβριδικό πόλεμο με τους λαθρομετανάστες, έστω και αν το κέντρο βάρους γι’ αυτούς μεταφέρθηκε τώρα στις ακτές της Λιβύης, με κύριο στόχο την Κρήτη.
Στο διπλωματικό επίπεδο, η Άγκυρα και προσωπικά ο Ερντογάν αισθάνονται αναβαθμισμένοι, λόγω της συμπλεύσεως των Αμερικανών με το καθεστώς Τζολάνι στη Συρία κατά των Κούρδων. Προς την ίδια κατεύθυνση συνέπλευσε επίσης ο Ρώσος Πρόεδρος Πούτιν. Οι απειλές των ΗΠΑ κατά του καθεστώτος των μουλάδων στο Ιράν δίδει επίσης την ευκαιρία στην Άγκυρα να προσπαθεί να διαμεσολαβήσει, γιατί εκτιμά ότι μια ανεξέλεγκτη πτώση του καθεστώτος μπορεί να δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα στην Τουρκία με τους Κούρδους του Ιράν. Γιατί, επίσης, εκτιμά γενικότερα ότι η εγκαθίδρυση ενός φιλοδυτικού και κατά προέκταση φιλο-Ισραηλινού καθεστώτος δεν θα ήταν απαραιτήτως υπέρ των Τουρκικών συμφερόντων. Θα μείωνε τη γεωπολιτική αξία της Τουρκίας για τη Δύση και θα αύξανε την επιρροή του Ισραήλ στα ανατολικά της σύνορα.
Οι λόγοι αυτοί λειτουργούν ανασχετικά για την Τουρκική πολιτική, που κατά τα άλλα υπολογίζει πολλά στον Σουνιτικό άξονα που θέλει να δημιουργήσει με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν. Η ανατροπή του Σιιτικού καθεστώτος στο Ιράν θα ενίσχυε τη θέση και τον ρόλο των Σουνιτών. Για παρόμοιους λόγους, η Σαουδική Αραβία, που έχει ανοικτό μέτωπο στην Υεμένη με τους Χούθι και έχει επισήμως συμφιλιωθεί με το Ιράν, με Κινεζική διαμεσολάβηση, είναι πολύ εφεκτική απέναντι στο Ιράν και αντιτίθεται σε Αμερικανική επέμβαση.
Με τον Σουνιτικό συνασπισμό Τουρκία – Πακιστάν – Σαουδική Αραβία, η Τουρκία θέλει να δημιουργήσει αντίβαρο στον άξονα Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ – Ινδία – Διάδρομος IMEC, υπολογίζοντας και στις πυρηνικές δυνατότητες του Πακιστάν.

Φωτο: Eurokinissi
Ο συνασπισμός περιελάμβανε αρχικά μόνο τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν. Η Τουρκία ζήτησε να προστεθεί ως τρίτο μέρος και έγινε δεκτή. Είναι προφανές ότι, μέσω αυτού του συνασπισμού, θα προσπαθήσει να ενισχύσει τη γεωπολιτική της θέση αλλά και να προωθήσει τη γενικότερη πολιτική του Ερντογάν για συσπείρωση των Μουσουλμάνων υπό την ηγεσία της Άγκυρας.
Πώς θα αντιδράσει η Αμερικανική πολιτική απέναντι στην εξέλιξη αυτή, που θέτει σε αμφισβήτηση τους γνωστούς σχεδιασμούς για τις Συμφωνίες του Αβραάμ, που περιλαμβάνουν σαφώς και τη Σαουδική Αραβία, αλλά και το σχέδιο για τον Διάδρομο IMEC με την Ινδία; Η μέχρι τώρα, τουλάχιστον, Αμερικανική πολιτική για τη Μέση Ανατολή υπελάμβανε ως ακρογωνιαίο λίθο τις Συμφωνίες του Αβραάμ, που θα εξομάλυναν τις σχέσεις του Ισραήλ με τους Άραβες γείτονές του και θα έθεταν στέρεες βάσεις για μια πλήρη αναδιάρθρωση της Μέσης Ανατολής.
Το Ισραήλ δεν πρέπει, ασφαλώς, να είναι σύμφωνο με τις παλινωδίες της Αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή και με την ανάληψη Αμερικανικών πρωτοβουλιών, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση. Πολύ περισσότερο, με την ανοχή από τις ΗΠΑ της δημιουργίας ενός Σουνιτικού άξονα, με τη συμμετοχή της Τουρκίας και την προφανή υπονόμευση των Συμφωνιών του Αβραάμ, αλλά, κατά προέκταση, και του άξονα IMEC.
Ακόμα και η ενδεχόμενη ανατροπή του καθεστώτος των μουλάδων στο Ιράν δεν θα καθησύχαζε, υπό τις συνθήκες αυτές, της δημιουργίας δηλαδή ενός εχθρικού Σουνιτικού άξονα, τις ανησυχίες του Ισραήλ.
Πρέπει να αναμένεται, επομένως, σφοδρή σύγκρουση στους κόλπους της Αμερικανικής πολιτικής και στις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ για το θέμα αυτό, το οποίο θα έχει και άλλα επεισόδια.
Θετική από την άποψη αυτή είναι η πρόσφατη έγκριση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων του Κογκρέσου του ψηφίσματος για την Ανατολική Μεσόγειο και τον άξονα IMEC. Αυτό έρχεται να επιβεβαιώσει το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Ανατολική Μεσόγειο, που εκφράζεται και με τη συμμετοχή τους στην Τριμερή Ελλάδος – Κύπρου – Ισραήλ.
Το σκηνικό αυτό περιπλέκεται από τις επιπτώσεις στις σχέσεις ΗΠΑ – Ευρώπης, μετά τη γνωστή περιπέτεια της Γροιλανδίας, που διασυνδέεται εκ των πραγμάτων και με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις προσπάθειες για τον τερματισμό του.
Η Άγκυρα θέλει να επωφεληθεί από την υπάρχουσα σύγχυση και να προσεταιρισθεί την Αμερικανική πολιτική στα καυτά θέματα που αντιμετωπίζει: Το Κουρδικό, τη Συρία, το Αιγαίο, το Κυπριακό, τις Σουνιτικές συμμαχίες. Ο Ερντογάν έχει σ’ αυτό πολύτιμο αρωγό τον Αμερικανό πρέσβυ Τομ Μπάρακ, ο οποίος διεκδικεί και έναν ευρύτερο περιφερειακό ρόλο, που περιλαμβάνει και τα Ελληνοτουρκικά.
Στο πλαίσιο αυτό και γνωρίζοντας την πρακτική Τραμπ να συνενώνει τη διπλωματία με τα επιχειρηματικά συμφέροντα, προσπαθεί να ανοίξει διαδρόμους συνεργασίας με μεγάλες Αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, που δραστηριοποιούνται ήδη και στην Ελληνική πλευρά, ώστε να υποβάλει την ιδέα της «συνεργασίας» και ενδεχομένως της «συνεκμεταλλεύσεως» ενεργειακών πόρων που βρίσκονται σε αμφισβητούμενες από την Άγκυρα και διεκδικούμενες θαλάσσιες περιοχές, με βάση το γνωστό αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Με την ίδια ευκαιρία, ανανεώνει τις απειλές για το casus belli για να εμποδίσει την Ελλάδα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα και να ακυρώσει με μία κίνηση τα επεκτατικά παιχνίδια της Άγκυρας, που εκμεταλλεύεται τα διεθνή ύδατα και αγνοεί προκλητικά τις πρόνοιες του θαλασσίου δικαίου για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ των νησιών. Παραλλήλως θορυβεί για τον παράνομο δήθεν εξοπλισμό των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, προσπαθώντας να εμποδίσει την προβλεπόμενη ανάπτυξη εκεί συγχρόνων αντιαρματικών και αντιαεροπορικών συστημάτων, όπως επίσης συστημάτων πυραυλικού πυροβολικού. Η βαθύτερη επιδίωξη της Άγκυρας είναι να εκφοβίσει την Αθήνα και να την αποτρέψει από την αναπτυσσόμενη στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ, που την ανησυχεί τα μέγιστα, τόσο για την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο όσο και για την Κύπρο.
Γιατί, λοιπόν, επισπεύδει ο έλληνας πρωθυπουργός για μια επίσκεψη στην Άγκυρα, κατά τη σημερινή συγκυρία, όταν μάλιστα η συνάντηση παρουσιάζεται ως θεσμικού χαρακτήρα και ως επιπέδου στρατηγικής συνεργασίας; Μπορεί, δηλαδή, ο Ερντογάν να ακολουθεί έναντι της Ελλάδος μια διπλή πολιτική, αφενός δηλαδή διεκδικήσεων σε βάρος του Ελληνικού εθνικού χώρου και αφετέρου στρατηγικού δήθεν χαρακτήρα λυκοφιλίας; Η απάντηση στο ερώτημα είναι ότι μπορεί, εφόσον προσφέρεται η Ελλάδα σε τέτοιο παιχνίδι, που μόνο κέρδη έχει για την Άγκυρα. Εάν η προκλητική πολιτική της έναντι της Ελλάδος δεν έχει ουσιαστικό κόστος και φέρνει, αντιθέτως, κέρδη, γιατί να την εγκαταλείψει και να μην την κλιμακώσει, όπως κάνει;
Ο υπουργός Εξωτερικών κ. Γεραπετρίτης, για να αποπροσανατολίσει και να αποκοιμίσει τον ελληνικό λαό, επαναλαμβάνει κάθε τόσο, στερεότυπα, ότι η Ελλάδα δεν συζητά με την Άγκυρα θέματα εθνικής κυριαρχίας, παραπέμποντας στον εθνικό κυριαρχικό χώρο των 6 μιλίων, που δεν τον αμφισβητεί, βεβαίως η Άγκυρα. Θέλει, αντιθέτως, να καθηλώσει την Ελλάδα σ’ αυτόν και να αποτρέψει την επέκτασή του, όπως έχει η Ελλάδα νόμιμο δικαίωμα. Πρόκειται για απίστευτη κοροϊδία σε βάρος του Ελληνικού λαού. Πέραν των χωρικών υδάτων των 6 μιλίων και του δικαιώματος για την επέκτασή τους, η Ελλάδα έχει δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα και στην ΑΟΖ, όπως ορίζεται από το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο. Έχει επίσης δικαιώματα αυτοάμυνας ακόμη και για τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, για τα οποία ισχύουν πρόνοιες αφοπλισμού.
Η Ελλάδα, μέσα στον σημερινό κόσμο, που αναδεικνύει την ισχύ ως προέχουσα δύναμη των διεθνών σχέσεων, οφείλει να έχει ως πρώτη της μέριμνα την ενίσχυση της άμυνας και των συμμαχιών της. Δεν έχει περιθώριο να εμφανίζει τους εχθρούς ως δήθεν φίλους και να επιδιώκει στρατηγική συνεργασία μαζί τους. Συσκοτίζει, με τον τρόπο αυτό, τον υβριδικό πόλεμο που διεξάγεται εναντίον της και δεν επιβάλλει κόστος σ’ αυτούς που ακολουθούν έναντί της εχθρικές πολιτικές. Η Τουρκία μπορεί να είναι φίλη χώρα, εάν δεχθεί ως κανόνα το διεθνές δίκαιο και τις υπάρχουσες συνθήκες μεταξύ των δύο χωρών και εγκαταλείψει την αναθεωρητική και επεκτατική πολιτική της έναντι της Ελλάδος.
Στο πνεύμα αυτό, το μόνο που μπορούμε να ευχηθούμε είναι η αχρείαστη αυτή επίσκεψη του έλληνα πρωθυπουργού στην Άγκυρα να έχει τις λιγότερες δυνατές αρνητικές συνέπειες. Ο δρόμος του κατευνασμού απέναντι σ’ έναν απροκάλυπτα επίβουλο γείτονα δεν απέδωσε ιστορικά σε καμία περίπτωση. Δεν απέτρεψε ούτε τον πόλεμο που υποτίθεται ότι ήθελε να αποτρέψει. Η αξιόπιστη αποτροπή, ενισχυόμενη από κατάλληλες συμμαχίες, είναι η μόνη οδός για την ταυτόχρονη κατοχύρωση της ειρήνης αλλά και της ελευθερίας και της εθνικής κυριαρχίας.