Ο πόλεμος στο Ιράν και οι αναταράξεις στη διατλαντική αρχιτεκτονική ασφαλείας

Ο πόλεμος στο Ιράν και οι αναταράξεις στη διατλαντική αρχιτεκτονική ασφαλείας


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


Ο πόλεμος στο Ιράν βρίσκεται α­κόμη στην αποκορύφωσή του. Συνεχίζονται οι Αμερικανικοί και οι Ισραηλινοί βομβαρδισμοί και τα α­νταποδοτικά πλήγματα του Ιράν κατά του Ισραήλ αλλά και των Αραβικών χωρών του Κόλπου. Το Ισραήλ συνεχίζει επίσης τις επιχειρήσεις στον Λίβανο, με στόχο την όσο το δυνατό μεγαλύτερη εξάρθρωση της Χεσμπολάχ και τη δημιουργία ζώνης ασφαλείας εντός του Νοτίου Λιβάνου μέχρι τον ποταμό Λιτάνι.

Ο καθοριστικός, όμως, παράγων μιας μεγάλης και πολύ επικίνδυνης κλιμακώσεως παραμένει ακόμη ως ενδεχόμενο μιας Αμερικανικής ενέργειας στο κρίσιμο νησί Χαργκ, που θα πυροδοτούσε την έναρξη χερσαίων επιχειρήσεων.

Όπως ήδη είναι γνωστό, το νησί Χαργκ έχει κομβικό στρατηγικό ρόλο στις Ιρανικές πετρελαϊκές εξαγωγές και στα αντίστοιχα έσοδα του Ιράν από πωλήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ενδεχόμενη κατάληψη και έλεγχος του νησιού από τους Αμερικανούς θα έθετε το Ιράν σε δεινή στρατηγική αλλά και οικονομική θέση. Το σενάριο της καταλήψεως του νησιού, που θα ισοδυναμούσε με στραγγαλιστική λαβή κατά του Ιράν, φαίνεται γι’ αυτό σε ορισμένους πολύ ελκυστικό.

Η πραγματοποίηση, όμως, αυτού του σεναρίου δεν φαίνεται το ίδιο ελκυστική. Το νησί Χαργκ είναι κοντά στις ακτές του Ιράν και οποιαδήποτε απόπειρα αποβάσεως σ’ αυτό θα αντιμετωπισθεί με όλα τα δυνατά μέσα από το Ιράν. Το τελευταίο απειλεί επίσης ότι, σε περίπτωση δυναμικής επεμβάσεως των ΗΠΑ στον Κόλπο ή καταστροφής των πετρελαϊκών υποδομών στο νησί Χαργκ, θα απαντήσει με γενικευμένη επίθεση κατά των ενεργειακών και άλλων υποδομών των χωρών του Κόλπου, πέραν των αντιποίνων κατά του Ισραήλ. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα μια γενικευμένη διεθνή ενεργειακή και οικονομική κρίση.

Η ικανότητα προστασίας των χωρών αυτών από τις ΗΠΑ απεδείχθη μέχρι σήμερα αρκετά περιορισμένη. Οι ΗΠΑ δεν μπόρεσαν να προστατεύσουν αποτελεσματικά ούτε τις δικές τους βάσεις στην περιοχή.

Αυτό όμως που ανησυχεί ιδιαίτερα τις ΗΠΑ, στην περίπτωση που αναλάβουν στρατιωτική επιχείρηση κατά της νήσου Χαργκ, είναι το γεγονός ότι η επιχείρηση αυτή είναι πολύ δύσκολο να περιορισθεί μόνο σ’ αυτό το νησί και να μη επεκταθεί στον έλεγχο της απέναντι ακτής του Ιράν και ολόκληρου του Κόλπου. Η Ιρανική ακτή του Κόλπου έχει μήκος 130 χλμ. Θα χρειασθεί για την κατάληψη και την περιφρούρησή της μια τεράστια αεροναυτική και χερσαία επιχείρηση, που θα ενέπλεκε τις ΗΠΑ σ’ έναν μεγάλο χερσαίο πόλεμο στο Ιράν, τον οποίον απεύχονται.

Πολύ περισσότερο όταν οι Ευρωπαϊκές χώρες διαδηλώνουν την αποστασιοποίησή τους από τον πόλεμο στο Ιράν και όταν το εσωτερικό μέτωπο στις ΗΠΑ αρχίζει να κινητοποιείται έντονα κατά του πολέμου. Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο, στην περίπτωση μεγάλης χερσαίας Αμερικανικής εμπλοκής, να αλλάξει σημαντικά η σημερινή στάση της Ρωσίας και της Κίνας, που είναι σύμμαχες χώρες του Ιράν.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, είναι λογικό να τεκμαίρεται ότι οι ΗΠΑ θα αποφύγουν το στρατηγικό ολίσθημα της επεμβάσεως με χερσαίες δυνάμεις στον Κόλπο, όσο και αν επισείουν ως απειλή το ενδεχόμενο αυτό και συσσωρεύουν δυνάμεις προοριζόμενες γι’ αυτήν στην περιοχή. Η εκτίμηση δεν μπορεί να είναι βέβαιη γιατί υπάρχει πάντα η ύβρις, που απορρέει από την υπεροψία της δυνάμεως και οδηγεί συχνά στον παραλογισμό και στην τραγωδία.

Ανέκυψε προσφάτως και μια νέα παράμετρος στη σύγκρουση. Είναι η ανάμειξη των Χούθι της Υεμένης, που είναι σύμμαχοι του Ιράν. Η ανάμειξη των Χούθι δημιουργεί απειλή για ενδεχόμενο κλείσιμο των Στενών του Άντεν, που θα έπληττε τη διεθνή ναυσιπλοΐα, ενέργεια και οικονομία, σε συνδυασμό με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.

Είναι φυσικό, μέσα στο πλαίσιο αυτό, να γίνονται προσπάθειες για την επίτευξη εκεχειρίας. Εμφανίζονται πολλοί αυτόκλητοι μεσολαβητές. Οι σοβαρότερες είναι εκείνη του Πακιστάν, με τα πέντε σημεία, που έχει πίσω την Κίνα, και εκείνη της Ρωσίας, την οποία επεύχεται ο Ιρανός Πρόεδρος Πεζεσκιάν. Η Αμερικανική πλευρά προσπαθεί, με αλλεπάλληλες δηλώσεις, που ορισμένες φορές συγκρούονται μεταξύ τους, να δημιουργήσει μονομερώς την ε­ντύπωση ότι διεξάγονται στο παρασκήνιο διαπραγματεύσεις με το Ιράν, με το τελευταίο να είναι το προτρέχον μέρος, κατά το Αμερικανικό αφήγημα.

Η αλήθεια είναι ότι το παιχνίδι των εντυπώσεων και των υποβολιμιαίων και χειραγωγούμενων πληροφοριών είναι μέρος του πολέμου. Η Αμερικανική πλευρά, που σηκώνει το μεγάλο βάρος και των ευθυνών απέναντι στη διεθνή κοινή γνώμη, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ενέργεια και την οικονομία, προσπαθεί με τα μέσα αυτά να επηρεάσει τις αγορές αλλά και το ηθικό του αντιπάλου και να υπονομεύσει τη θέληση αντιστάσεώς του. Επιδιώκει, ταυτόχρονα, να διατηρήσει ανοικτές όλες τις επιλογές, περιλαμβανομένης μιας επιχειρήσεως για τον έλεγχο της νήσου Χαργκ και των Στενών του Ορμούζ, αλλά και να προβάλει μια εικόνα νικητή, που θα μπορούσε να δώσει το πρόσχημα στις ΗΠΑ να αποδεσμευθούν κηρύσσοντας μονομερώς εκεχειρία, εφόσον έχουν επιτευχθεί, υποτίθεται, όλοι οι αντικειμενικοί στρατηγικοί στόχοι.

Με δεδομένη την κόπωση των αντιμαχόμενων και τους μεγάλους κινδύνους που περικλείει η χερσαία κλιμάκωση, μπορεί να ελπίζει κανείς, όπως αναφέρθηκε ήδη παραπάνω, ότι είναι πιθανή μια εκεχειρία σε σύντομο χρόνο. Θα είναι όμως δύσκολο η εκεχειρία να μετουσιωθεί σε συμφωνία, λαμβανομένων υπ’ όψιν των μεγάλων διαφορών μεταξύ των δύο πλευρών και των όρων που θέτει η καθεμιά. Κανένας από τους δύο αντιμαχόμενους δεν μπορεί να αναγνωρίσει στον άλλο πλεονέκτημα νικητή ούτε να αποδεχθεί όρους που θα αντέφασκαν με τις αιτίες του πολέμου.

Οι ΗΠΑ και κατά δεύτερο λόγο το Ισραήλ θέλουν να διατηρήσουν το δικαίωμα επεμβάσεως, στην περίπτωση που το Ιράν προσπαθήσει να ανασυστήσει και να αναπτύξει το πυρηνικό και το βαλλιστικό του πρόγραμμα. Στη ρητορική του Προέδρου Τραμπ διαφαίνεται, όπως αναφέρθηκε, μια προετοιμασία για ενδεχόμενη α­παγκίστρωση, με δικαιολογητικό ότι οι στρατηγικοί στόχοι έχουν επιτευχθεί και ότι, ως αποτέλεσμα των Αμερικανο-Ισραηλινών πληγμάτων, έχει ε­πέλθει ακόμη και αλλαγή ηγεσίας, έστω και αν δεν έχει ανατραπεί το καθεστώς.

Το ενδεχόμενο της Αμερικανικής απαγκιστρώσεως ενισχύεται, μεταξύ άλλων, και από την όξυνση της κρίσεως στους κόλπους της διατλαντικής κοινότητας, μεταξύ δηλαδή Αμερικανών και Ευρωπαίων. Ο Αμερικανός Πρόεδρος κάλεσε τους Ευρωπαίους εταίρους του ΝΑΤΟ να συνεργασθούν με τις ΗΠΑ για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, τονίζοντας ότι αυτοί έχουν μεγάλη εξάρτηση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο του Περσικού Κόλπου. Οι ΗΠΑ, είπε, δεν έχουν ανάγκη πλέον απ’ αυτό. Αντιθέτως, είναι πρώτος παραγωγός στον κόσμο και εξαγωγέας LNG.

Οι Ευρωπαίοι δεν ανταποκρίθηκαν, υποδεικνύοντας το αυτονόητο. Ότι τα Στενά έκλεισαν λόγω του πολέμου, στον οποίο οι ίδιοι δεν συμμετέχουν. Εάν ο πόλεμος σταματήσει, δεν θα υπάρχει ανάγκη για βίαιο άνοιγμα των Στενών. Η Μεγάλη Βρετανία, που ήταν παραδοσιακά ο πιο στενός στρατηγικός σύμμαχος των ΗΠΑ, ανέλαβε πρωτοβουλία για διεθνή διάσκεψη στο Λονδίνο μεγάλου αριθμού χωρών με θέμα την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Εξυπακούεται ότι το καθεστώς των Στενών, που προτείνεται να συζητηθεί, θα ισχύσει μετά την κατάπαυση του πυρός, με δέσμευση των συμμετεχουσών χωρών να σεβαστούν τους κανόνες που αναμένεται να θεσπισθούν, εάν τελικά αυτό επιτευχθεί, με τη συναίνεση και των άμεσα ενδιαφερομένων χωρών.

Γαλλία και Ισπανία ανεκοίνωσαν ότι δεν επιτρέπουν τη χρήση στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο έδαφός τους από Αμερικανικά αεροσκάφη που συμμετέχουν στον πόλεμο του Ιράν. Η θεαματική αυτή αποστασιοποίηση των Ευρωπαίων από την Αμερικανο-Ισραηλινή επέμβαση στο Ιράν ενέτεινε την κρίση που σοβεί ήδη μεταξύ τους, με κύριο αντικείμενο τον πόλεμο της Ουκρανίας, αλλά και το μέλλον του ΝΑΤΟ και των διατλαντικών σχέσεων.

Η Ευρώπη είδε στη διαφοροποίηση της Αμερικανικής πολιτικής με τον Πρόεδρο Τραμπ την ευκαιρία για να προωθήσει την κοινή Ευρωπαϊκή άμυνα, ως ένα νέο και καθοριστικό πυλώνα αυτονομίας και περαιτέρω Ευρωπαϊκής ενοποιήσεως.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος είχε επισείσει στο παρελθόν την απειλή να αφήσει ακάλυπτη την Ευρώπη, στην περίπτωση που αυτή δεν ανελάμβανε το κύριο βάρος των δαπανών για την Ευρωπαϊκή άμυνα, με αύξηση από όλες τις χώρες του διατιθεμένου κονδυλίου για την άμυνα μέχρι 5% του ΑΕΠ. Η απειλή περιλάμβανε και ενδεχόμενη εγκατάλειψη του ΝΑΤΟ από τις ΗΠΑ. Οι Ευρωπαϊκές χώρες αύξησαν θεαματικά τις αμυντικές τους δαπάνες και έθεσαν ως στρατηγικό στόχο να οικοδομήσουν κατεπειγόντως την κοινή Ευρωπαϊκή άμυνα.

Με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράν και την αποστασιοποιημένη στάση των Ευρωπαίων, ο Αμερικανός Πρόεδρος επανήλθε στο θέμα του ΝΑΤΟ και απείλησε ευθέως ότι οι ΗΠΑ εξετάζουν σοβαρά την αποχώρησή τους από το ΝΑΤΟ. Εάν γίνει πράξη ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα πρόκειται για θεμελιακή αναδιάρθρωση της διατλαντικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, που θα επηρεάσει άμεσα, μεταξύ άλλων, την Ελλάδα και την Κύπρο.

Η αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ, παρά τη ρητορική Τραμπ, δεν φαίνεται τόσο πιθανή στο σύντομο μέλλον. Είναι προφανές όμως ότι η αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ από την ηγέτιδα δύναμη, που το στηρίζει σαν Άτλας επί τόσες δεκαετίες, δεν είναι χωρίς πολύ μεγάλη σημασία. Διεξάγεται ήδη μια μεγάλη συζήτηση και βρίσκεται σε εξέλιξη μια ανάλογη προσπάθεια για την οικοδόμηση της κοινής Ευρωπαϊκής άμυνας. Θα προστεθεί σ’ αυτήν μια παράλληλη συζήτηση για τις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, είτε αυτές θα εξακολουθήσουν να έχουν τη μορφή του ΝΑΤΟ, ως έχει ή αναθεωρημένου, είτε μια άλλη μορφή.

Ο πόλεμος στο Ιράν είναι καταλύτης που επηρεάζει όχι μόνο την κατάσταση στην περιοχή αλλά και ευρύτερα την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο, την Ευρώπη και τον κόσμο.

Με την προσθήκη της καλής ελπίδας, η πλάστιγγα του πολέμου φαίνεται να κλίνει προς μια εκεχειρία, υπό τους όρους που αναφέρθηκαν παραπάνω. Το Ισραήλ, σε μια τέτοια περίπτωση, θα επιφυλαχθεί για τον Λίβανο και θα συνεχίσει τις επιχειρήσεις μέχρι την επίτευξη των βασικών στρατηγικών στόχων που έχει θέσει. Ο στόχος της πλήρους εξαρθρώσεως και διαλύσεως της Χεσμπολάχ δεν είναι εύκολος, γιατί η τελευταία στηρίζεται στη Σιιτική κοινότητα του Λιβάνου και ενισχύεται από το Ιράν. Για τους λόγους αυτούς, το Ισραήλ επιδιώκει εδαφική εξασφάλιση, με επέκταση της ζώνης ασφαλείας, που έχει δημιουργήσει, μέχρι τον ποταμό Λιτάνι, που συνεπάγεται κατοχή σημαντικού μέρους του Λιβάνου.

Το Ισραήλ, και στην περίπτωση του Λιβάνου, θα δεχθεί, στη συνέχεια, εκεχειρία, επιφυλασσόμενο να επεμβαίνει περιοδικά σ’ όλο τον Λίβανο για προβαλλόμενους λόγους ασφαλείας.

Τα ερωτήματα δεν αφορούν μόνο το αναμενόμενο τέλος του πολέμου. Αφορούν ταυτόχρονα τη διαμόρφωση του χάρτη της περιοχής, τη γεωπολιτική κατάσταση στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, την ανανέωση των προσπαθειών για την υπογραφή συνθηκών τύπου Ειρήνης του Αβραάμ, την προώθηση διεθνών στρατηγικών διαδρομών ενέργειας και εμπορίου και άλλα.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ