
Ο πόλεμος στο Ιράν, η Τουρκία και η θέση της Ελλάδας στο νέο σκηνικό στη Μέση Ανατολή
Η Αθήνα μετρά τα τραύματα αλλά και τις ευκαιρίες που δημιουργεί ο πόλεμος στο Ιράν, καθώς ο απρόβλεπτος χαρακτήρας του αμερικανού Προέδρου δημιουργεί ένα εντελώς ρευστό και επικίνδυνο περιβάλλον, στο οποίο προσπαθεί να ισορροπήσει η ελληνική κυβέρνηση.
Η τακτική «μία ζέστη, μία κρύο» του Προέδρου Τραμπ έχει προκαλέσει σύγχυση σε όλη τη διεθνή κοινότητα, καθώς κάθε σχεδιασμός καταρρίπτεται μετά από μια ανάρτηση του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία έρχεται να αναιρέσει την προηγούμενη.
Τώρα όλα δείχνουν ότι ο αμερικανός Πρόεδρος αναζητεί έξοδο από το τέλμα του Περσικού Κόλπου, αν και ακόμη όλα είναι στον αέρα, εφόσον δεν έχει υπάρξει κοινά αποδεκτή συμφωνία απεμπλοκής και αποκλιμάκωσης, ενώ και το Ισραήλ δεν έχει ακόμη εκδηλώσει τις προθέσεις του. Η πραγματικότητα είναι ότι όλοι οι πρωταγωνιστές της σύγκρουσης είχαν αρχίσει να δείχνουν σοβαρά σημάδια κόπωσης, ενώ οι συνέπειες του πολέμου άρχισαν να γίνονται αισθητές σε όλες τις αγορές, ακόμη και στους αμερικανούς καταναλωτές.
Ο πόλεμος ήδη έχει στοιχίσει στις ΗΠΑ περισσότερα από 24 δισ. δολάρια, με την κυβέρνηση Τραμπ να έχει έτοιμο το αίτημα για πρόσθετο αμυντικό προϋπολογισμό 200 δισ. για τις ανάγκες ενός παρατεταμένου πολέμου. Το ταμπού της τιμής των καυσίμων στις ΗΠΑ έχει καταρριφθεί, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα αρνητικό περιβάλλον για τον Ντόναλντ Τραμπ εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, με πολλά στελέχη του κινήματος «MAGA» να εκφράζουν πλέον και δημόσια τη διαφωνία τους για την εμπλοκή σε έναν πολυδάπανο πόλεμο, χιλιάδες μίλια μακριά από τις ΗΠΑ.
Το Ισραήλ έχει μεν εθιστεί στον πόλεμο από την 7η Οκτωβρίου 2023, όμως και στο Ισραήλ έχει υπάρξει τεράστιο κόστος, οικονομικό και κοινωνικό, και είναι προφανές ότι δεν είναι σε θέση, χωρίς τη μεγάλη στήριξη των ΗΠΑ, να συνεχίσει έναν αέναο πόλεμο. Οι χώρες του Κόλπου, που φαίνεται να έχουν πληρώσει μέχρι στιγμής το μεγαλύτερο κόστος, βλέπουν για πρώτη φορά πόσο ευάλωτη είναι η ασφάλεια και η ευημερία τους, με τη στοχοποίηση πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, ακόμη και πολιτικών στόχων, που πλήττουν τη νέα «βαριά βιομηχανία» τους, τον τουρισμό και τον χρηματοοικονομικό τομέα. Και ήδη έχουν απολέσει δισεκατομμύρια από τη διακοπή εξαγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ, όποια κι αν είναι η εξέλιξη του πολέμου, αντιλαμβάνονται ότι θα πρέπει να στηρίξουν με νέα εξοπλιστικά προγράμματα την ασφάλειά τους και την αποτρεπτική ισχύ τους.
Το Ιράν πληγώθηκε βαριά από τον πόλεμο αυτό, όμως δεν έχει γονατίσει, αλλά αντιθέτως δείχνει τα δόντια του, απειλώντας ευθέως όλες τις πετρελαϊκές υποδομές στην περιοχή, και επιστρατεύει το ισχυρό όπλο του, τα Στενά του Ορμούζ. Μια απειλή η οποία φαίνεται ότι οδήγησε και τον Πρόεδρο Τραμπ σε δεύτερες σκέψεις, αναζητώντας δίαυλο επικοινωνίας με την Τεχεράνη, καθώς όλα τα υπόλοιπα σενάρια, όπως η χερσαία επέμβαση για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, σύμφωνα με αμυντικούς αναλυτές, θα οδηγήσει σε ένα χωρίς επιστροφή βήμα, στο ναρκοπέδιο του Ιράν, χωρίς να μπορεί να εγγυηθεί κανείς ότι, παρά τη μεγάλη θυσία και το τεράστιο ρίσκο, θα παραμείνουν ανοικτά τα Στενά του Ορμούζ.
Σε αυτό το περιβάλλον, και καθώς όλοι αποφεύγουν τις προβλέψεις, η Αθήνα προσπαθεί να διαμορφώσει την πολιτική της, ισορροπώντας μεταξύ του Τραμπ και της ΕΕ. Θέλει να διατηρήσει τις στενές επαφές με τον αραβικό κόσμο και τις χώρες του Κόλπου, χωρίς αυτό να οδηγήσει σε άμεση εμπλοκή της χώρας μας, να συνεχίσει την προβολή ισχύος με την αποστολή δυνάμεων στην Κύπρο και την αμυντική αναδιάταξη στο Αιγαίο. Συγχρόνως, όμως, παρακολουθεί στενά και τις εξελίξεις υπό το πρίσμα του πώς η Τουρκία αντιμετωπίζει την κρίση στον Περσικό και πώς θα προσπαθήσει να επωφεληθεί από αυτήν, μετά την αρχική αμηχανία και αφωνία της ηγεσίας της.
Για την Ελλάδα, ο πόλεμος στο Ιράν θέτει μια σειρά από σημαντικές προκλήσεις. Η Ελλάδα βρέθηκε να προσφέρει σημαντικές διευκολύνσεις στους Αμερικανούς μέσω της Σούδας, να έχει στην πρώτη γραμμή την πυροβολαρχία Patriot στη Σαουδική Αραβία και συγχρόνως να θέλει να αποφύγει την εμπλοκή της στον πόλεμο. Και στο πλαίσιο αυτό συντάχθηκε με την ΕΕ, όμως, η εγγύτητα στην περιοχή, οι δεσμοί με τουλάχιστον δύο χώρες του Κόλπου, μέσω συμφωνιών στρατηγικής συνεργασίας, το ενδιαφέρον για τη διατήρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας είναι θέματα που εκ των πραγμάτων βάζουν την Ελλάδα στο παιχνίδι του πολέμου.
Η Αθήνα απέφυγε να απαντήσει και να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του Προέδρου Τραμπ για την «εκστρατεία» για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, γνωρίζοντας ότι αυτό έχει καταγραφεί στο μπλοκάκι του Ντόναλντ Τραμπ και θα το βρει μπροστά της το επόμενο διάστημα.
Η ελληνική οικονομία κλυδωνίζεται από τις συνέπειες του πολέμου, θέτοντας έτσι την κυβέρνηση σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, καθώς οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι μένουν αβοήθητοι μπροστά στο κύμα κερδοσκοπίας, μια κατάσταση την οποία καθόλου δεν αλλάζει η εξαγγελία των μέτρων της περασμένης Δευτέρας.
Και, φυσικά, υπάρχει πλέον ο κίνδυνος να εξανεμιστεί το ποσό το οποίο προόριζε να μοιράσει η κυβέρνηση τον Σεπτέμβριο στη ΔΕΘ, κηρύσσοντας ουσιαστικά την έναρξη μιας δύσκολης και αμφίρροπης προεκλογικής περιόδου.
Για την Ελλάδα, όμως, η μεγάλη πρόκληση είναι η θέση στην οποία θα βρει τη χώρα μας και την Τουρκία η επόμενη ημέρα του πολέμου και το νέο περιβάλλον που θα διαμορφωθεί σε ολόκληρη την περιοχή.
Η Άγκυρα, που στον πόλεμο αυτό έχει ταχθεί εναντίον του Ισραήλ και, προκειμένου να μη στηρίξει απροκάλυπτα το Ιράν, εμφανίζεται απλώς ως υπέρμαχος της ειρήνης, αναζητά έστω και τώρα τρόπους, μέσω των διαύλων που διατηρεί και με το Πακιστάν και με το Ιράν, για μια διαμεσολάβηση που θα αναβάθμιζε έτσι τον ρόλο της και έναντι των Αμερικανών. Δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση πάντως, καθώς στην Ουάσινγκτον έχει υπάρξει ήδη δυσαρέσκεια για την απροθυμία προσφοράς των τουρκικών βάσεων για την επιχείρηση εναντίον του Ιράν. Η Τουρκία επιχειρεί να εμφανίσει τη φιλοϊρανική στάση της ως πλεονέκτημα, μιλώντας με χώρες του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, οι οποίες έχουν προσχωρήσει πλέον στο αμερικανικό στρατόπεδο και, παρά τις επιφυλάξεις τους, ουσιαστικά βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο με το Ισραήλ.
Στο θολό αυτό περιβάλλον, η Άγκυρα επιχειρεί να δώσει πνοή στο σχέδιο που εξυφαινόταν μερικούς μήνες πριν για τη συγκρότηση μιας αμυντικής ισλαμικής συμμαχίας, στην οποία, εκτός της ίδιας, θα συμμετέχουν η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και το «πυρηνικό» Πακιστάν.
Η Αθήνα προσπαθεί να έχει ανοιχτά τα μάτια σε αυτές τις διεργασίες, καθώς θα αποτελούσαν μια μεγάλη ανατροπή ισορροπιών στη Μέση Ανατολή αλλά και στην Ανατολική Μεσόγειο, δεδομένων των σχέσεων της Αθήνας με το Κάιρο και της μέχρι πριν από λίγο καιρό εχθρότητας του Ριάντ με την Άγκυρα.
Για την Αθήνα, πάντως, ένα σημαντικό κέρδος από τον πόλεμο του Ιράν είναι ότι απέδειξε ότι μπορεί, με τα μέσα που διαθέτει, να κάνει προβολή ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο και να μην παρακολουθεί ως θεατής τις εξελίξεις στην άμεση περιοχή της και συγχρόνως να ακυρώσει εμπράκτως την επιχειρηματολογία της Τουρκίας για το θέμα της δήθεν υποχρέωσης αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Αιγαίου. Με την τοποθέτηση των Patriots στην Κάρπαθο και τη στάθμευση F-16 στη Λήμνο, η Αθήνα διεμήνυσε και στην Ουάσινγκτον και στη Συμμαχία ότι η άμυνα του εθνικού χώρου είναι ενιαία και αδιαίρετη, και αυτό ενισχύει την ίδια την αποτρεπτική ισχύ της Συμμαχίας, ενώ προστατεύει κρίσιμες αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, όπως η Σούδα. Και αυτό είναι κάτι που αντιλαμβάνονται πλήρως οι Αμερικανοί, και έτσι δεν βρίσκουν ευήκοα ώτα οι κραυγές των Τούρκων και οι επιστολές που έστειλαν σε ΝΑΤΟ, ΕΕ και Ουάσινγκτον.
Βεβαίως, η κυβέρνηση, η οποία υπερηφανεύεται σήμερα για την αποφασιστικότητά της να στείλει δυνάμεις στην Κύπρο και να αξιοποιήσει την Κάρπαθο και τη Λήμνο για την αμυντική διάταξη της χώρας, θα κριθεί όταν χρειαστεί να δείξει την ίδια αποφασιστικότητα, είτε διατηρώντας τις δυνάμεις στα δύο ελληνικά νησιά και μετά τη λήξη του πολέμου είτε όταν θα διακυβεύονται τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε τις μεγάλες εκκρεμότητες που έχουν μείνει πριν ξεκινήσει ο πόλεμος και αφορούν, μεταξύ άλλων, τις ενέργειες για την επανέναρξη των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση της Κύπρου με την Κρήτη αλλά και τις εργασίες για την πόντιση καλωδίων ηλεκτρικής διασύνδεσης των νησιών του Βορείου Αιγαίου. Και εκεί είναι που θα κριθούν τελικά τόσο αυτή η «αποφασιστική» εξωτερική πολιτική, την οποία προβάλλει σήμερα σχεδόν εκ του ασφαλούς η κυβέρνηση, αλλά και η αξία των συμμαχιών με τις αραβικές χώρες και τις ίδιες τις ΗΠΑ, συμφωνίες τις οποίες τίμησε η Ελλάδα στο μερίδιο που της αναλογούσε.