ΑΠΟΨΕΙΣ 14/09/2026

Ο νέος νόμος αντι-SLAPP και οι τιτλοποιήσεις: Ο κίνδυνος μιας «αντίστροφης» δικαστικής ερμηνείας

Ο Λ. Στάμος στο «Π» αναφέρεται στην παγκόσμια ελληνική πατέντα που επιτρέπεται στις τράπεζες ενώ απαγορεύεται στον υπουργό Οικονομικών.

Του
ΛΕΩΝΙΔΑ ΣΤΑΜΟΥ
Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω


Ο νέος αντι-SLAPP νόμος και οι τιτλοποιήσεις: Πόσο ρεαλιστικός είναι ο κίνδυνος αντίστροφης χρήσης;

Στις 4 Αυγούστου 2026 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο ν. 5326/2026, ο οποίος ενσωματώνει στην ελληνική έννομη τάξη την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 για την προστασία προσώπων που ασκούν «συμμετοχή του κοινού» από «στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού» (ΣΑΑΣΚ). Ο νόμος σχεδιάστηκε με σαφή στόχο την προστασία δημοσιογράφων, ακτιβιστών και ερευνητών από αγωγές που κινούνται εναντίον τους, με μοναδικό σκοπό να τους φιμώσουν ή να τους εξαντλήσουν οικονομικά.

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν ο νόμος αυτός θα μπορούσε, παρά τον ρητά προστατευτικό του σκοπό, να χρησιμοποιηθεί αντίστροφα, δηλαδή από τραπεζικά ιδρύματα, distressed funds και servicers εναντίον δανειοληπτών που αμφισβητούν δικαστικά τη νομιμότητα τιτλοποιήσεων.

Σε επίπεδο αυστηρής νομικής ανάλυσης, το επιχείρημα μιας τράπεζας φαίνεται δυσχερές. Το άρθρο 2 του νόμου ορίζει τις ΣΑΑΣΚ ως διαδικασίες που στρέφονται κατά προσώπων, επειδή αυτά ασκούν συμμετοχή του κοινού, ενώ το άρθρο 4 περ. β’ απαιτεί η δικαστική διαδικασία να μην κινείται με στόχο τη γνήσια κατοχύρωση δικαιώματος, αλλά να έχει ως κύριο σκοπό την αποτροπή ή την τιμωρία. Μια αγωγή που στηρίζεται σε συγκεκριμένους νομικούς ισχυρισμούς περί ακυρότητας μεταβίβασης απαίτησης, με έρεισμα στο άρθρο 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003 και στον Κανονισμό 575/2013, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αποτελεί γνήσια άσκηση δικαιώματος και όχι προσχηματική ενέργεια.

Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάγνωση αναδεικνύει ένα λιγότερο προφανές ενδεχόμενο. Ο νόμος ορίζει ως «συμμετοχή του κοινού» και τη δραστηριότητα νομικών προσώπων στο πλαίσιο άσκησης ελευθερίας συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι σε θέματα δημοσίου συμφέροντος. Η συμμετοχή τραπεζών και servicers σε θεσμοθετημένες διαδικασίες ρύθμισης ιδιωτικού χρέους, όπως ο εξωδικαστικός μηχανισμός, θα μπορούσε θεωρητικά να ενταχθεί σε αυτήν την έννοια, δεδομένου ότι το ιδιωτικό χρέος συνιστά αναμφισβήτητα ζήτημα δημοσίου συμφέροντος. Υπό αυτήν τη λογική, μια αγωγή που αμφισβητεί το κύρος τιτλοποίησης θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αποθαρρύνει τρίτους δανειολήπτες από τη συμμετοχή τους σε τέτοιες διαδικασίες, εν αναμονή της δικαστικής έκβασης.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν το επιχείρημα αυτό χωράει εννοιολογικά στο γράμμα του νόμου, αλλά αν θα γίνει δεκτό στην πράξη από τα δικαστήρια. Και εδώ αξίζει να αναλογιστεί κανείς ένα πρόσφατο προηγούμενο από τελείως διαφορετικό πεδίο, που όμως αναδεικνύει έναν ευρύτερο μηχανισμό δικαστικής ερμηνείας: Την υπόθεση της υφ’ όρον απόλυσης του Ηλία Κασιδιάρη.

Το άρθρο 106 του Ποινικού Κώδικα εξαρτά την υφ’ όρον απόλυση κρατουμένου από την εκτίμηση επικινδυνότητας τέλεσης νέων αξιόποινων πράξεων, μια έννοια εξίσου ανοιχτή και αξιολογική όσο ο κύριος σκοπός του άρθρου 4 του ν. 5326/2026. Με τρεις αποφάσεις του Α1’ Τμήματος του Αρείου Πάγου (8/2023, 95/2023 και 1/2024), κρίθηκε ότι ο Κασιδιάρης, ενόσω κρατούμενος, προωθούσε μέσω παρένθετων προσώπων τη συμμετοχή κομμάτων σε εκλογές, με σκοπό την καταστρατήγηση της εκλογικής νομοθεσίας, που τον αποκλείει προσωπικά λόγω καταδίκης. Η κρίση αυτή δεν στηρίχθηκε σε αυταπόδεικτα γεγονότα, αλλά σε ερμηνευτικό συμπέρασμα του δικαστηρίου σχετικά με πρόθεση και σκοπιμότητα πίσω από συγκεκριμένες, καθ’ αυτές νόμιμες ενέργειες, όπως η δημόσια πολιτική έκφραση και η συμμετοχή τρίτων προσώπων σε εκλογικές διαδικασίες.

Το προηγούμενο αυτό δεν αφορά, φυσικά, το ίδιο νομικό πλαίσιο ούτε την ίδια έννομη σχέση. Καταδεικνύει όμως κάτι ευρύτερο και μεθοδολογικά χρήσιμο: Ότι όταν ένας νόμος περιέχει ανοιχτές, αξιολογικές έννοιες, όπως «κύριος σκοπός», «επικινδυνότητα» ή «καταστρατήγηση», η δικαστική τους εφαρμογή δεν είναι μηχανική υπαγωγή γεγονότων σε κανόνα, αλλά ερμηνευτική διαδικασία με σημαντικό περιθώριο εκτίμησης. Το γεγονός ότι ένα επιχείρημα φαίνεται νομικά ασθενές, με βάση αυστηρή γραμματική και τελολογική ερμηνεία, δεν αποκλείει αυτόματα την ενδεχόμενη υιοθέτησή του από δικαστικό σχηματισμό, ιδίως όταν υπάρχει θεσμική ή πολιτική βούληση προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Μεταφερόμενο στο πεδίο των τιτλοποιήσεων, αυτό σημαίνει ότι η πραγματική ανησυχία δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν το επιχείρημα μιας τράπεζας περί ΣΑΑΣΚ είναι νομικά στέρεο. Πρέπει να συμπεριλαμβάνει και το ενδεχόμενο ένα δικαστήριο, ερμηνεύοντας ευρέως τις έννοιες «συμμετοχή του κοινού» και «κύριος σκοπός», να καταλήξει σε συμπέρασμα δυσμενές για τον δανειολήπτη, ακόμη και αν η αγωγή του στηρίζεται σε τεκμηριωμένους νομικούς ισχυρισμούς περί ακυρότητας μεταβίβασης απαίτησης.

Ο ν. 5326/2026 είναι νέος, χωρίς νομολογιακή παράδοση, γεγονός που αφήνει ευρύ περιθώριο ερμηνείας στα πρώτα δικαστήρια που θα κληθούν να τον εφαρμόσουν. Η υπόθεση Κασιδιάρη δείχνει ότι τα ελληνικά δικαστήρια δεν είναι απρόθυμα να προχωρήσουν σε ευρείες, αξιολογικές ερμηνείες όταν κρίνουν ότι το επιβάλλει η περίσταση. Το αν κάτι ανάλογο θα συμβεί και στο πεδίο των τιτλοποιήσεων παραμένει, όπως πάντα, ζήτημα που θα κριθεί από τα δικαστήρια. Ωστόσο, η εμπειρία διδάσκει ότι η θεωρητική αδυναμία ενός επιχειρήματος δεν εγγυάται από μόνη της την απόρριψή του.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ



Διαβάστε επίσης