–ΕΤΟΙΜΗ ΓΙΑ ΥΠΟΧΩΡΗΣΕΙΣ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Νέο μήνυμα κατευνασμού προς την Τουρκία στέλνει η κυβέρνηση, τη στιγμή που η Τουρκία κλιμακώνει τις προκλήσεις και τις διεκδικήσεις έναντι της χώρας μας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αντί να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να διαμορφώσει μια νέα στρατηγική απέναντι στην Τουρκία, ετοιμάζεται να δώσει στην Τουρκία αυτό που ζητά, προκειμένου να προχωρήσει το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου – Κρήτης.
Δυστυχώς, κάθε τέτοια πρωτοβουλία θα δημιουργήσει ένα σοβαρό τετελεσμένο εις βάρος των συμφερόντων της χώρας μας και θα σημάνει, μάλιστα, και την αποδοχή των διεκδικήσεων της Τουρκίας στο κομμάτι αυτό της Ανατολικής Μεσογείου, το οποίο διεκδικεί παράνομα ως μέρος της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Είναι γνωστό πλέον ότι μετά την είσοδο και της γαλλικής εταιρείας Meridiam στο επιχειρηματικό σχήμα του GSI γίνονταν προσπάθειες να… βαφτίσουν το κρέας ψάρι και να επιρρίψουν την όποια ευθύνη στη γαλλική εταιρεία, η οποία έχει το πλειοψηφικό πακέτο. Επί μήνες έχουν αναζητηθεί φόρμουλες από το ΥΠΕΞ, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επανάληψη των εργασιών για την πόντιση του καλωδίου ανατολικά της Κάσου. Από το σημείο, δηλαδή, που διεκόπησαν το καλοκαίρι του 2024, μετά τη δυναμική παρέμβαση του Τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού.
Τότε η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να υποστηρίξει και να προασπίσει τα εθνικά συμφέροντα και, υποχωρώντας μπροστά στη διεκδικητική πολιτική της Τουρκίας, οδήγησε στην απόσυρση του πλοίου, το οποίο επρόκειτο να πραγματοποιήσει έρευνες όχι σε κάποιο μακρινό σημείο της Μεσογείου, αλλά ανατολικά της Κάσου, εντός της οριοθετημένης ελληνικής ΑΟΖ.
Η κυβέρνηση αναζητούσε κάθε λογής πατέντα ώστε να ξεκινήσει και πάλι το έργο χωρίς να υπάρξει αντίδραση της Τουρκίας. Όμως αυτό δεν κατέστη εφικτό, καθώς όλες σχεδόν οι ιδέες που έπεφταν στο τραπέζι οδηγούσαν τελικά σε άμεση ή έμμεση αποδοχή των τουρκικών τετελεσμένων.
Τώρα, η κυβέρνηση ετοιμάζεται για μία ακόμη αλχημεία, προκειμένου να ξεγελάσει την κοινή γνώμη.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, στη συνέντευξή του στα Παραπολιτικά 90,1, αποκάλυψε αυτό που μεθοδεύεται τώρα:
«Το διεθνές δίκαιο είναι πάρα πολύ σαφές, δεν απαιτεί την άδεια της Τουρκίας ούτε πρόκειται να ζητηθεί η άδεια. Ελλάδα, Γαλλία και Κύπρος έχουν μια απολύτως κοινή κατανόηση τόσο για τη σημασία του έργου όσο και για τον τρόπο που θα αναπτυχθεί. Η επικοινωνία η οποία προβλέπεται από το διεθνές δίκαιο είναι κατά βάση για την προστασία των ναυτιλλομένων, είναι σημαντικό και για τη ναυτιλιακή κοινότητα και για τα παράκτια κράτη να έχουν μία εικόνα για το πώς θα κινηθεί το έργο, έτσι ώστε να μην υπάρχουν ατυχήματα στο πεδίο. Αυτό εξυπηρετεί και η έκδοση NAVTEX».
Η δήλωση του ΥΠΕΞ είναι αποκαλυπτική και δεν είναι τυχαίο ότι με συστηματικά δημοσιεύματα τις προηγούμενες ημέρες είχε επιχειρηθεί να εξυφανθεί το έδαφος για τη μεθόδευση η οποία θα επιχειρηθεί.
Η γαλλική εταιρεία και ο διαχειριστής του σκάφους που θα σταλεί για έρευνες θα «γνωστοποιήσουν» τις έρευνες σε όλα τα «παράκτια κράτη»… Μια πρακτική, φυσικά, η οποία δεν είναι συνήθης, καθώς τα παράκτια κράτη αλλά και τα διερχόμενα σκάφη ενημερώνονται πλήρως για τέτοιες εργασίες αλλά και για τις όποιες αλλαγές στη ναυσιπλοΐα από την έκδοση NAVTEX από το κράτος το οποίο έχει την αρμοδιότητα για την έκδοσή της στη συγκεκριμένη περιοχή και, φυσικά, από το κράτος το οποίο ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα στο συγκεκριμένο σημείο.
Ουδεμία άλλη υποχρέωση υπάρχει για ενημέρωση συγκεκριμένων κρατών για τις εργασίες ενός έργου, μάλιστα, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση, η οποία δεν απαιτεί στην πράξη την έγκριση ή την έκδοση άδειας όταν αφορά διεθνή ύδατα.
Το «κόλπο» το οποίο στήνεται τώρα είναι να ενημερωθεί ειδικά η Τουρκία από τον κυβερνήτη του ερευνητικού για τις εργασίες και την πορεία που θα ακολουθήσει, με την ελπίδα ότι έτσι θα ικανοποιηθεί η απαίτηση της Άγκυρας, σαν να έχει λόγο για κάθε έργο που γίνεται στην περιοχή. Όμως, η Άγκυρα θα εκλάβει αυτήν την ενημέρωση, η οποία δεν θα είχε κανένα πρακτικό νόημα διαφορετικά, ως αίτημα για την έκδοση NAVTEX. Και έτσι θα μπορεί να ισχυρισθεί ότι έγινε αποδεκτή η θέση της και ότι ακόμη και η γαλλική έρευνα για έργο το οποίο αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο θα πραγματοποιηθεί αφού έλαβε την έγκρισή της και μετά από την έκδοση τουρκικής NAVTEX.
Η μεθόδευση αυτή, όμως, είχε προταθεί και το προηγούμενο διάστημα, αλλά είχε απορριφθεί από το κυβερνητικό επιτελείο, καθώς εκτιμάται ότι τελικά σημαίνει την αποδοχή των τουρκικών θέσεων επί του πεδίου.
Κατ’ αρχάς, η «ενημέρωση» της Τουρκίας –εφόσον ακολουθήσει και τουρκική NAVTEX– θα σημαίνει ευθεία αμφισβήτηση της περιοχής ευθύνης έκδοσης NAVTEX από την Ελλάδα, καθώς η Τουρκία διεκδικεί αυτήν την αρμοδιότητα για όλες τις περιοχές που έχει εντάξει παράνομα στη «Γαλάζια Πατρίδα», η οποία να θυμίσουμε ότι εκτείνεται και φτάνει μέχρι τα χωρικά ύδατα των 6 ν.μ. των ελληνικών νησιών.
Όμως, οι πιο σημαντικές συνέπειες μιας τέτοιας μεθόδευσης είναι άλλες. Μέρος των εργασιών θα γίνει εντός όχι απλώς δυνητικής ΑΟΖ, αλλά εντός οριοθετημένης ΑΟΖ (βάσει της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας), όπου η Ελλάδα ασκεί πλήρως τα κυριαρχικά δικαιώματά της, με την Τουρκία βεβαίως να αμφισβητεί τη συμφωνία αυτή, επιχειρώντας μάλιστα να επικαλύψει την περιοχή της ελληνικής ΑΟΖ με τη δική της μονομερή οριοθέτηση εξωτερικών ορίων της ΑΟΖ στη βάση της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Αλλά, ακόμα και στα διεθνή ύδατα, εκεί που εκτείνεται η δυτική ελληνική υφαλοκρηπίδα / ΑΟΖ, η Τουρκία, εκδίδοντας NAVTEX, θα υποστηρίξει κατόπιν ότι έτσι γίνονται αποδεκτές οι παράνομες διεκδικήσεις της.
Και μάλιστα θα ισχυρισθεί ότι ακόμα και για ένα έργο ελληνικού ενδιαφέροντος, με βασικό μέτοχο τον κρατικό ΑΔΜΗΕ, «ενημερώθηκαν» οι Τουρκικές Αρχές για τις εργασίες του ερευνητικού πλοίου, ώστε να υπάρξει έγκριση και να εξασφαλιστεί η «άδεια» της Τουρκίας, δημιουργώντας, έτσι, ένα ιδιαίτερα αρνητικό τετελεσμένο εις βάρος της χώρας μας.
Η υπόθεση του καλωδίου της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, δυστυχώς, έπεσε θύμα των κακών χειρισμών στην πρώτη φάση του έργου και των μετέπειτα ερασιτεχνικών χειρισμών σε διπλωματικό επίπεδο, καθώς η Αθήνα επιχειρούσε με κάθε τρόπο να κρύψει το τι συνέβη στην Κάσο. Και αντί από την πρώτη στιγμή να καταγγείλει την παρέμβαση των τουρκικών πολεμικών πλοίων για την παρεμπόδιση έργου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος εντός της ελληνικής και, συνεπώς, και ευρωπαϊκής ΑΟΖ, επέλεξε, προς χάρη της κατευναστικής πολιτικής της Διακήρυξης των Αθηνών, να προσπαθήσει να υποβαθμίσει την πρωτοφανή πρόκληση και να «ξεπλύνει» την Τουρκία.
Και προσπαθεί τώρα και πάλι να βρει τρόπο ώστε να συνεχίσει αυτήν την τακτική, αρνούμενη να αποδεχθεί το λάθος της αλλά και την ίδια την πραγματικότητα.