–Ο νεοφιλελευθερισμός μάς τελείωσε, και μαζί του τελείωσε και ο κ. Μητσοτάκης

Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Για κοντά τέσσερις μήνες, η κυβερνητική προπαγάνδα και τα εσωκομματικά κείμενα της Νέας Δημοκρατίας προετοίμαζαν την κοινή γνώμη για ένα πακτωλό παροχών και ενισχύσεων που θα ανέστρεφαν το πολιτικό κλίμα. Τελικά, οι πολυπόθητες αναγγελίες ήρθαν, αλλά μόνο πακτωλό δεν θυμίζουν.
Ο κ. Μητσοτάκης ανακοίνωσε μόνο δύο άμεσα μέτρα, που και αυτά αφορούν εφάπαξ επιδόματα. Συγκεκριμένα, επίδομα 400 ευρώ για τους συνταξιούχους και 500 ευρώ για τους δημοσίους υπαλλήλους. Είναι περίπου 400 εκατ. ευρώ αυξημένα σε σχέση με τα αντίστοιχα επιδόματα που ανακοίνωσε πέρυσι στη ΔΕΘ. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι πρόκειται πάλι για έκτακτα επιδόματα και όχι για μόνιμα μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι ανήκουν στην ίδια μνημονιακή λογική που ισχύει από το 2016, όταν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ μοίρασε «το έκτακτο κοινωνικό μέρισμα».
Το σκεπτικό είναι ότι πραγματοποιούμε πρωτογενή πλεονάσματα για να πληρώνουμε τους τόκους του χρέους, χρησιμοποιούμε πλεονάσματα των ΔΕΚΟ και των Ταμείων για να προεξοφλήσουμε μνημονιακά δάνεια και αν περισσέψει κάτι το μοιράζουμε ως επίδομα. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν μονιμοποιούμε αυτήν την παροχή, διότι δεν ξέρουμε αν θα έχουμε αρκετά φορολογικά έσοδα του χρόνου για να την πραγματοποιήσουμε. Βέβαια, την ίδια ώρα, το Ελληνικό Δημόσιο δανείζεται αφειδώς για επιχορηγήσεις προς τις επιχειρήσεις και την πραγματοποίηση τεράστιων πολεμικών δαπανών. Οι πολεμικές δαπάνες μάλιστα δεν έχουν να κάνουν με τον λεγόμενο «εξ Ανατολών κίνδυνο» αλλά με την άμυνα της ΕΕ έναντι της Ρωσίας, με την οποία δεν έχουμε εδαφικές διαφορές.
Κοντολογίς, πρόκειται για μια σκληρή ταξική πολιτική που βασίζεται στους έμμεσους φόρους, πρωτίστως στον ΦΠΑ, και τροφοδοτείται από τον πληθωρισμό και την ακρίβεια. Δεν χρειάζεται να έχει κάποιος βαθιές οικονομικές γνώσεις για να καταλάβει ότι οι έμμεσοι καταναλωτικοί φόροι αυξάνουν όταν αυξάνουν οι τιμές. Στους υψηλούς συντελεστές ΦΠΑ και στις υψηλές τιμές βασίζεται, λοιπόν, η πολυδιαφημισμένη δημοσιονομική «επιτυχία» της κυβέρνησης.
Συγκεκριμένα, η Eurostat μας πληροφορεί ότι ο ΦΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι 5% υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (17% στην Ελλάδα έναντι 12% στην ΕΕ). Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση εισπράττει σε ονομαστικούς όρους 12,5 δισ. (248,5 x 5%) ευρώ περισσότερα από αυτά που θα εισέπραττε η μέση ευρωπαϊκή κυβέρνηση στο ίδιο ΑΕΠ. Από αυτά, γυρνάει σε αυτούς που τα πλήρωσαν 2,2 δισ. περίπου με τη μορφή έκτακτων επιδομάτων και μας λέει ότι μας κάνει και χάρη.
Κάποιοι θα μου πουν ότι τα επιδόματα δεν ήταν τα μόνα μέτρα που ανακοίνωσε ο κ. Μητσοτάκης. Όντως ψέλλισε ότι θα αυξήσει εντός 15μήνου τον βασικό μισθό από 920 σε 1.000 ευρώ (ποσοστό 8,6%). Αλλά αυτό μόνο ως κοροϊδία μπορεί να εκληφθεί, όταν ο πληθωρισμός το 2026 κινείται στο 4%, οπότε, σε 15 μήνες, από την ονομαστική αύξηση του 8,6% το 5% θα έχει ήδη χαθεί. Αντίστοιχη κοροϊδία είναι και το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ», προϋπολογισμού 2 δισ. ευρώ, το οποίο κατά τον κ. Μητσοτάκη απευθύνεται σε 40.000 νεαρά ζευγάρια. Τι διαίρεση και μόνο να κάνουμε, το μέσο κόστος των κατοικιών ανέρχεται σε 50.000 ευρώ. Αν ξέρουν στην κυβέρνηση σπίτια που μπορούν να στεγάσουν ένα ζευγάρι –που λογικά θα αποκτήσει και παιδί– και κοστίζουν 600 ευρώ το τετραγωνικό (50.000 / 80), να μας το πουν, να πάρουμε και εμείς, και δεν θέλουμε και επιδότηση ενοικίου.
Βέβαια, ο πρωθυπουργός το τερμάτισε με το πρόγραμμα του «κουμπαρά» γονέα / κράτους – το είπε «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά». Οι γονείς και το κράτος θα βάζουν από 100 ευρώ μηνιαία έκαστος σε έναν «μακροπρόθεσμο επενδυτικό λογαριασμό» στο όνομα του παιδιού τους. Ο λογαριασμός αυτός δεν θα μένει άτοκος, όπως είναι οι τραπεζικοί λογαριασμοί όψεως, αλλά θα επενδύεται με βάση τη στρατηγική της οικογένειας. Αν ο κ. Μητσοτάκης εννοεί το 1,75% επιτόκιο των προθεσμιακών καταθέσεων, τότε μας δουλεύει. Αν εννοεί να αγοράσουν μετοχές ή άλλα τραπεζικά προϊόντα οι γονείς, τότε εκτός από χυδαίος είναι και επικίνδυνος. Στην πραγματικότητα, ο «κουμπαράς» είναι τραπεζικό προϊόν που επιδοτείται από το κράτος.
Τούτων λεχθέντων, νομίζω ότι το μόνο που απέδειξε η παρουσία Μητσοτάκη στη ΔΕΘ είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός μάς τελείωσε σε αυτήν τη χώρα, και μαζί του ο κ. Μητσοτάκης.