
Μ. Κρανίδης στο “Π”: Στεγαστικό αδιέξοδο: Δημόσια ακίνητα ρημάζουν, η κοινωνική κατοικία αγνοείται, αλλά εφικτή λύση υπάρχει
Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης ΠΟΜΙΔΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου
Η στεγαστική κρίση που βιώνει σήμερα η ελληνική κοινωνία δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη κοινωνικό πρόβλημα, συνιστά μια βαθιά θεσμική αποτυχία της σημερινής κυβέρνησης και συνολικά, διαχρονικά, της Πολιτείας να διασφαλίσει ένα θεμελιώδες δικαίωμα: Την πρόσβαση σε προσιτή, αξιοπρεπή κατοικία, ειδικά για ευάλωτες κοινωνικά ομάδες χαμηλότερων εισοδημάτων. Την ώρα που τα ενοίκια εκτοξεύονται, οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι και χιλιάδες νέοι αδυνατούν να αυτονομηθούν, η χώρα βρίσκεται ουσιαστικά στο μηδέν ως προς την ανάπτυξη πολιτικών κοινωνικής κατοικίας.
Το παράδοξο είναι προφανές και εξοργιστικό. Από τη μία πλευρά, η ζήτηση για προσιτή στέγη αυξάνεται δραματικά. Από την άλλη, εκτιμάται ότι περισσότερα από 70.000 έως 100.000 δημόσια ακίνητα –κτίρια, οικόπεδα και εγκαταστάσεις– παραμένουν ανενεργά, κενά ή εγκαταλελειμμένα. Πρόκειται για ένα τεράστιο απόθεμα που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση μιας σύγχρονης πολιτικής κοινωνικής κατοικίας. Αντί αυτού, χιλιάδες από αυτά τα ακίνητα απαξιώνονται καθημερινά, επιβαρύνοντας τόσο τη δημόσια περιουσία όσο και την κοινωνική συνοχή.
Η απουσία μιας συνεκτικής στρατηγικής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η κοινωνική στέγη αποτελεί βασικό πυλώνα και εργαλείο κοινωνικής πολιτικής. Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι παρεμβάσεις είναι ελάχιστες και καθυστερημένες, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι πρόκειται για μια διακυβέρνηση επτά ετών. Μετά από μακρά περίοδο αδράνειας, μόλις πρόσφατα διαμορφώθηκε, με μεγάλη δυσκολία, ένα πλαίσιο «κοινωνικής αντιπαροχής», το οποίο παραμένει σε πρώιμο στάδιο εφαρμογής, με ελάχιστες από τις δημόσιες δαπάνες να κατευθύνονται σε δημιουργία κοινωνικής κατοικίας. Ενώ από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, που είναι άνω των 10 – 12 δισ. από το 2020, δεν κατανέμεται ούτε το 10% για κοινωνική κατοικία. Με απλά μαθηματικά, με μια δαπάνη 1 δισ. ευρώ ανά έτος, για τέσσερα έτη, για νέα κτίρια κοινωνικής κατοικίας, σε δημόσια γη που παραμένει απαξιωμένη, κατασκευαστικού κόστους 2.000 ευρώ ανά τ.μ., θα δημιουργούνταν ένα απόθεμα 5.000 διαμερισμάτων επιφάνειας 80 – 100 τ.μ. ανά έτος, άρα σε τέσσερα – πέντε έτη θα είχαμε ως χώρα 20.000 κοινωνικές κατοικίες προς χαμηλή μίσθωση, με δυνατότητα αγοράς τύπου leasing. Ενώ η ψυχολογική πίεση στις τιμές και στις μισθώσεις κατοικιών μόνο με την ανακοίνωση του προγράμματος θα ήταν σημαντική και αποτελεσματική για μια οικειοθελή πτώση ζητούμενων τιμών στην ελεύθερη αγορά.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό της αποτυχίας είναι το χρονοδιάγραμμα: Τα πρώτα αποτελέσματα αναμένονται –στην καλύτερη περίπτωση– το 2027 και αφορούν περιορισμένο αριθμό κατοικιών, αποκλειστικά για τη στέγαση στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων. Την ίδια στιγμή, χιλιάδες δημόσια ακίνητα σε όλη τη χώρα παραμένουν εγκαταλελειμμένα, αποτυπώνοντας την πλήρη αναντιστοιχία μεταξύ δυνατοτήτων και πολιτικής πράξης.
Η προσφορά κατοικιών –και ιδιαίτερα προσιτών– υπολείπεται δραματικά της ζήτησης. Ωστόσο, το κράτος δεν έχει ενεργοποιήσει τα βασικά εργαλεία που διαθέτει. Η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας θα μπορούσε να αποτελέσει άμεση λύση, εφόσον υπήρχε πολιτική βούληση και συντονισμός. Η αδράνεια αυτή έχει σαφές κοινωνικό αποτύπωμα: Εντείνει τις ανισότητες, αποκλείει τους πιο αδύναμους και διαβρώνει την κοινωνική συνοχή. Η κατοικία μετατρέπεται σταδιακά από δικαίωμα σε προνόμιο, με σοβαρές συνέπειες για το μέλλον της κοινωνίας. Απαιτείται άμεσα μια ριζική αλλαγή πολιτικής: Καταγραφή και αξιοποίηση των δημόσιων ακινήτων, δημιουργία ισχυρού φορέα κοινωνικής κατοικίας και ουσιαστικές παρεμβάσεις στην αγορά. Παράλληλα, είναι αναγκαία μια σταθερή δημόσια επένδυση τουλάχιστον 1 δισ. ευρώ ετησίως για την ανάπτυξη νέων αποθεμάτων κοινωνικής και προσιτής κατοικίας. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις, η κρίση θα βαθαίνει και η χώρα θα συνεχίζει να σπαταλά έναν κρίσιμο πόρο που ήδη διαθέτει.