
Λ. Στάμος στο “Π”: Η κρίση που χρηματοδοτήθηκε
Του
ΛΕΩΝΙΔΑ ΧΡ. ΣΤΑΜΟΥ
Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω
Υπάρχει μια βολική εκδοχή της ελληνικής κρίσης, που επαναλαμβάνουν τόσο οι εθνικές αρχές όσο και η ΕΚΤ, σύμφωνα με την οποία η χώρα «έπεσε στα βράχια» εξαιτίας ενός εξωγενούς, απρόβλεπτου κεραυνού – της παγκόσμιας κρίσης του 2008. Είναι αφήγημα παρήγορο, γιατί μετατρέπει μια σειρά επιλογών σε ατύχημα και μια πολιτική ευθύνη σε ανωτέρα βία. Έχει όμως ένα πρόβλημα: Το διαψεύδουν τα ίδια τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.
Από το 2001 έως το 2008, η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα από τις εγχώριες τράπεζες υπερτριπλασιάστηκε – από 74,6 σε 249,3 δισ. ευρώ, με μέσο ετήσιο ρυθμό κοντά στο 19%. Στο τέλος του 2008, το ιδιωτικό χρέος είχε φτάσει το 107% του ΑΕΠ, ξεπερνούσε, δηλαδή, ολόκληρη την ετήσια παραγωγή της χώρας. Η τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων εκτινάχθηκε από 34% σε 57% του ΑΕΠ και η καταναλωτική πίστη από 5% σε 16%.
Πιο εύγλωττο είναι το timing. Τον Οκτώβριο του 2008, με τη Lehman Brothers ήδη καταρρεύσασα και τη διεθνή κρίση σε πλήρη εξέλιξη, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούσαν να δανείζουν τις επιχειρήσεις με ρυθμό 24% τον χρόνο και κάποιους κλάδους, όπως οι κατασκευές, η ενέργεια και οι μεταφορές, με 40% και πάνω. Δεν είναι εκτίμηση τρίτων, είναι τα μηνιαία δελτία της ίδιας της Τράπεζας. Όταν έσκαγε η φούσκα στον υπόλοιπο κόσμο, εδώ ακόμη τη φουσκώναμε.
Και το ομολογεί η ίδια η εποπτική αρχή. Στο «Χρονικό της Μεγάλης Κρίσης», την επίσημη αφήγηση της Τράπεζας για την περίοδο 2008 – 2013, η κρίση κατατάσσεται κατά κύριο λόγο ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων εσωτερικών διαδικασιών: Δίδυμα ελλείμματα, ανάπτυξη στηριγμένη στην εγχώρια ζήτηση και τροφοδοτούμενη από δανεισμό, κατανάλωση αγαθών που η χώρα δεν παρήγαγε. Η παγκόσμια αναταραχή απλώς όξυνε προβλήματα συσσωρευμένα επί χρόνια, για τα οποία, όπως τονίζει, η Τράπεζα προειδοποιούσε ήδη από το 2007. Το «εξωγενές» είναι η επικοινωνία, το «ενδογενές» είναι η ανάλυση. Και τα δύο από τον ίδιο φορέα.
Ένας προσεκτικός αναγνώστης θα αντιτείνει –σωστά– ότι στη λίστα της Τράπεζας τα δίδυμα ελλείμματα προηγούνται, ότι το Δημόσιο δανειζόταν εξίσου επιθετικά. Η ένσταση είναι ορθή και δεν την αποφεύγουμε: Το δημοσιονομικό σκέλος υπήρξε πραγματικό και έχει αναλυθεί κατά κόρον. Ακριβώς γι’ αυτό δεν είναι εδώ το θέμα. Το δημόσιο έλλειμμα ήταν ορατό και καταγεγραμμένο, η παράλληλη ιδιωτική υπερχρηματοδότηση –και κυρίως η μετέπειτα μετακύλισή της στον δημόσιο ισολογισμό– έμεινε στη σκιά. Πάνω από τα δημόσια ελλείμματα χτιζόταν ένα δεύτερο, ιδιωτικό βουνό χρέους, του οποίου οι ζημίες θα προστίθεντο αργότερα –μέσω εγγυήσεων, ανακεφαλαιοποιήσεων και τιτλοποιήσεων– στο ίδιο δημόσιο χρέος.
Η πρώτη κοινωνικοποίηση ήρθε το 2008. Ο νόμος 3723 (πακέτο των 28 δισ.) προέβλεπε 5 δισ. κεφαλαιακή ενίσχυση, 15 δισ. εγγυήσεις και 8 δισ. ειδικά ομόλογα ως ενέχυρο για ρευστότητα από την ΕΚΤ. Το σκέλος των εγγυήσεων δεν έμεινε εκεί, αφού το 2010 – 2011 ανέβηκε στα 93 δισ. Έτσι, ο δημόσιος ισολογισμός άρχισε να απορροφά το ρίσκο του ιδιωτικού τραπεζικού τομέα.
Ακολούθησε η ανακεφαλαιοποίηση. Το συνολικό κόστος της περιόδου 2011 – 2013, κατά το ίδιο το «Χρονικό», ήταν περίπου 42 δισ. – σχεδόν εξ ολοκλήρου δημόσιο χρήμα (40,7 δισ. από το ΤΧΣ, 1,3 δισ. από το ΤΕΚΕ). Το ιδιωτικό κεφάλαιο ήταν συγκριτικά ελάχιστο, περίπου 3 δισ. Για κάθε ένα ευρώ ιδιωτών, το Δημόσιο έβαλε περίπου οκτώ – χρήμα από τα δάνεια του Μνημονίου, που εξυπηρετεί ο φορολογούμενος. Σωρευτικά, στις διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις, το ΤΧΣ τοποθέτησε περίπου 45 δισ. Και το αποτέλεσμα; Η συμμετοχή του Δημοσίου στις τράπεζες συρρικνώθηκε από πάνω από 65% σε λιγότερο από 26%, ενώ οι ιδιώτες απέκτησαν περίπου το 74% για περίπου 5 δισ. Οι ζημίες κοινωνικοποιήθηκαν στο ακέραιο, το μέλλον των τραπεζών ιδιωτικοποιήθηκε.
Η τρίτη πράξη γράφεται σήμερα, με τον «Ηρακλή». Το Δημόσιο εγγυάται τα ομόλογα υψηλής προτεραιότητας, παρέχει φοροαπαλλαγές και ταυτόχρονα ο διαχειριστής επιδιώκει την είσπραξη ολόκληρου του ονομαστικού ποσού, ενώ το χαρτοφυλάκιο μεταβιβάστηκε έναντι κλάσματος της αξίας του. Στην πρώτη μεγάλη τιτλοποίηση (Frontier), απαιτήσεις περίπου 10,2 δισ. μεταβιβάστηκαν έναντι περίπου 3 δισ. Τριπλή επιβάρυνση του Δημοσίου –εγγύηση, φοροαπαλλαγή, διεκδίκηση πλήρους ονομαστικής αξίας από ιδιώτη–, ενώ το όφελος ιδιωτικοποιείται. Ο ίδιος μηχανισμός του 2008, στην πιο εξελιγμένη του εκδοχή.
Η λέξη «απρόβλεπτο» δεν είναι αθώα: Είναι το άλλοθι που μετατρέπει μια αλυσίδα επιλογών σε φυσική καταστροφή για την οποία δεν ευθύνεται κανείς. Και «πολιτικών» εδώ δεν σημαίνει δημοσιονομική ή νομισματική πολιτική, σημαίνει εποπτική: Την αρμοδιότητα του επόπτη να αναχαιτίσει μια πιστωτική επέκταση που είχε ξεφύγει, αρμοδιότητα που την κρίσιμη περίοδο ανήκε στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας δεν είναι ασυλία, είναι εγγύηση, όχι άφεση από τη λογοδοσία. Και υπάρχει θεσμός γι’ αυτήν: Η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής, που προβλέπει το άρθρο 68 παρ. 2 του Συντάγματος. Ζητούμενο δεν είναι η ποινική ενοχή αλλά η θεσμική αλήθεια: Ποια αρχή είχε τα εργαλεία να σταματήσει τη φούσκα και γιατί δεν το έπραξε. Γιατί μια κρίση που χρηματοδοτήθηκε με ανοιχτά μάτια δεν μπορεί να κλείσει με κλειστά βιβλία.