Μ. Χουρδάκης στο “Π”: Data centers και τεχνητή νοημοσύνη: Είναι έτοιμη η Ελλάδα για τις συνέπειες της ψηφιακής της φιλοδοξίας;

Μ. Χουρδάκης στο “Π”: Data centers και τεχνητή νοημοσύνη: Είναι έτοιμη η Ελλάδα για τις συνέπειες της ψηφιακής της φιλοδοξίας;

Του
Δρος ΜΙΧΑΗΛ ΧΟΥΡΔΑΚΗ
Ανεξάρτητου Βουλευτή Α’ Θεσσαλονίκης,
Καθηγητή Τμήματος Ιατρικής ΑΠΘ


Η Ελλάδα επιδιώκει να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόμβο ψηφιακών υποδομών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Οι επενδύσεις σε data centers, υπηρεσίες cloud και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης αποτελούν πλέον βασικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής και δημιουργούν αναμφίβολα μια σημαντική ευκαιρία. Όμως, κάθε σοβαρή ευκαιρία συνοδεύεται και από σοβαρές υποχρεώσεις.

Η δημόσια συζήτηση μέχρι σήμερα εστιάζει κυρίως στο ύψος των επενδύσεων και στη γεωπολιτική θέση της χώρας. Και αναντίστοιχα συζητούνται λιγότερο οι ενεργειακές, περιβαλλοντικές και υδατικές απαιτήσεις που συνεπάγεται η ανάπτυξη τέτοιων υποδομών μεγάλης κλίμακας.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα σύγχρονα data centers δεν αποτελούν απλώς κτίρια που φιλοξενούν εξυπηρετητές. Πρόκειται για εγκαταστάσεις με ιδιαίτερα υψηλές ανάγκες σε ηλεκτρική ισχύ, προηγμένα συστήματα ψύξης και, σε αρκετές περιπτώσεις, σημαντική κατανάλωση νερού, καθώς ένα μεσαίο data center μπορεί να καταναλώνει δεκάδες εκατομμύρια λίτρα νερού ετησίως, και οι πολύ μεγάλες εγκαταστάσεις αναλογικά ακόμα περισσότερα. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurelectric, έως το 2030 τα data centers στην Ευρώπη αναμένεται να απορροφούν το 28% της πρόσθετης ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, διεθνείς ερευνητικές εργασίες εξετάζουν πλέον ζητήματα όπως οι επιπτώσεις στο τοπικό μικροκλίμα, το αποτύπωμα άνθρακα και η πίεση που ασκείται στα ενεργειακά δίκτυα.

Αυτή η συζήτηση δεν αφορά κάποια μακρινή πραγματικότητα. Αφορά και την Ελλάδα. Τον Μάρτιο του 2026 παρουσιάστηκε η μελέτη χωροθέτησης των data centers, ενώ ταυτόχρονα καταγράφεται έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον για νέες εγκαταστάσεις σε διάφορες περιοχές της χώρας, με αιτήματα σύνδεσης στο ηλεκτρικό σύστημα που υπερβαίνουν πλέον το 1 GW, μεταξύ των οποίων και η Θεσσαλονίκη, την οποία η ίδια η μελέτη καταγράφει ως μία από τις περιοχές επενδυτικού ενδιαφέροντος.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να προσελκύσει τέτοιες επενδύσεις. Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό:

– Γνωρίζει η χώρα ποιες θα είναι οι συνολικές ενεργειακές ανάγκες αυτής της ανάπτυξης σε ορίζοντα δεκαετίας;
– Έχει αξιολογηθεί η επίδρασή τους στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας;
– Έχουν μελετηθεί οι ανάγκες σε υδάτινους πόρους και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε τοπικό επίπεδο, και ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη, όπου η ανάπτυξη τέτοιων υποδομών βρίσκεται ήδη στο επενδυτικό ραντάρ;
– Υπάρχει μηχανισμός διαφάνειας, ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν το πραγματικό ενεργειακό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα αυτών των εγκαταστάσεων;

Πρόκειται για ερωτήματα που δεν εκφράζουν αντίθεση στην τεχνολογική πρόοδο. Αντίθετα, αποτελούν προϋπόθεση για να είναι η πρόοδος βιώσιμη. Η τεχνητή νοημοσύνη και οι ψηφιακές υποδομές θα διαμορφώσουν μεγάλο μέρος της οικονομίας των επόμενων δεκαετιών. Όμως, η ανάπτυξή τους δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην προσέλκυση επενδύσεων. Απαιτεί παράλληλα ενεργειακό σχεδιασμό, περιβαλλοντική αξιολόγηση, χωροταξική πρόβλεψη και διαρκή λογοδοσία.

Η Ελλάδα χρειάζεται να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες της ψηφιακής εποχής. Χρειάζεται, όμως, και να γνωρίζει εγκαίρως τις συνέπειες των επιλογών της. Γιατί η ουσία μιας σοβαρής εθνικής στρατηγικής δεν βρίσκεται μόνο στο να προσελκύεις επενδύσεις, βρίσκεται στο να γνωρίζεις πώς αυτές θα επηρεάσουν τη χώρα σε βάθος χρόνου και να έχεις προετοιμαστεί γι’ αυτό. Η πολιτική δεν κρίνεται από τις εξαγγελίες, κρίνεται από το αν υπάρχει σχέδιο. Και, στο ζήτημα των data centers, οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν αν αυτό το σχέδιο υπάρχει.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ