Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται (τουλάχιστον εύκολα) – Του Ν. Γ. Χαριτάκη

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται (τουλάχιστον εύκολα) – Του Ν. Γ. Χαριτάκη


Υπό
Ν. Γ. ΧΑΡΙΤΑΚΗ
Πρώην Επίκουρου Καθηγητή Οικονομικών του ΕΚΠΑ
[email protected]


Στο πλαίσιο της ομιλίας του στην ετήσια Γενική Συνέλευση της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, ο υπουργός Οικονομικών κ. Πιερρακάκης φέρεται να είπε ότι «τα δανειακά χαρτοφυλάκια των ελληνικών τραπεζών ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν είναι από τα υψηλότερα του Ευρωσυστήματος». Το 2025, οι τράπεζες δάνεισαν 70 ευρώ σε κάθε 100 ευρώ κατάθεση, ενώ, συγκριτικά, στην Ευρωζώνη δάνεισαν 100 ευρώ στα 100 ευρώ κατάθεση. Προφανώς, δεν θα αμφισβητήσουμε τα στοιχεία του υπουργού Οικονομικών, αλλά θα αμφισβητήσουμε τη λογική της προτροπής του ως προς τη συντηρητική συμπεριφορά των διοικήσεων.

Όπως φαίνεται από τον τίτλο, η Ιστορία, αν και δεν επαναλαμβάνεται, είναι σίγουρο ότι διδάσκει. Ας αξιολογήσουμε, λοιπόν, γιατί οι ελληνικές τράπεζες είναι, σύμφωνα με τη λογική του κ. υπουργού, σε σύγκριση με άλλες, αντίστοιχες, συντηρητικές. Και επειδή σύμφωνα με την οικονομική επιστήμη η «στέρηση πιστώσεων», δηλαδή η επιλογή των πιστωτικών ιδρυμάτων να μην επεκτείνουν τη συνολική ρευστότητα χωρίς να αναπροσαρμόζουν προς το πάνω τα επιτόκια, επηρεάζει σημαντικά την ανάπτυξη, είναι κατ’ αρχήν εύκολο να καταλάβουμε πού στηρίζεται η παρότρυνση του υπουργού για μεγαλύτερη πιστωτική επέκταση. Έστω και αν, ως πρόεδρος του Ecofin, γνωρίζει ότι το τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης δεν ευθύνεται για την οικονομική ανάπτυξη με χρήση της ρευστότητας και των επιτοκίων. Η ευθύνη του περιορίζεται στον πληθωρισμό. Και όπως καλά γνωρίζουμε, ο πληθωρισμός, τουλάχιστον σήμερα, δεν είναι και ιδιαίτερα ικανοποιητικός.

Ο λαός έχει μία εξαιρετική φράση που ερμηνεύει τη διδαχή της Ιστορίας. Λέει, συγκεκριμένα, «όποιος καεί στον χυλό φυσάει και το γιαούρτι». Το μακρινό 2008 – 2011, το παγκόσμιο πιστωτικό σύστημα κατέρρευσε. Τότε, η σχέση πιστώσεις / ΑΕΠ στις ΗΠΑ ήταν 23 φορές (οι τράπεζες τότε δάνειζαν 2.300 δολ. για 100 ΑΕΠ) και στην Ελλάδα ήταν 3 φορές και όχι 0,7 φορές, που είναι σήμερα.

Τα πάντα στη χώρα μας στηρίζονταν σε ένα σύστημα. Ένα σύστημα που λειτουργούσε αποτελεσματικά για την πιστωτική ασφάλεια και αδιάληπτα τα τελευταία 30 προηγούμενα χρόνια. Το πιστωτικό σύστημα δάνειζε και κέρδιζε, άρα μπορούσε να διευρύνει την πιστωτική επέκταση, ενώ οι επενδύσεις και η κατανάλωση δημιουργούσαν ανάπτυξη και η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωζώνη επέτρεπε την πιστωτική διεύρυνση, μιας και ο θεσμικός δανεισμός λειτουργούσε σε ένα περιβάλλον σταθερού νομίσματος. Για όσους δεν γνωρίζουν, το Ελληνικό Δημόσιο εκείνη την περίοδο δανειζόταν από τη διεθνή αγορά σε ευρώ με κόστος σχεδόν το ίδιο με το γερμανικό.

Εκείνη την εποχή, οι τράπεζες γνώριζαν ότι μπορούσαν:

– να κεφαλαιοποιούν τόκους μη εξυπηρετούμενων δανείων χωρίς να προσφύγουν σε αναγκαστικά μέτρα,
– να αναχρηματοδοτούν δάνεια, έστω και αν υπήρχε βεβαιότητα ότι δεν θα τα εισπράξουν,
– να αποφεύγουν να προσφύγουν σε αναγκαστικά μέτρα και πλειστηριασμούς,

Και, τέλος, αδιαφορούσαν για τη φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα των πελατών τους, καθώς και γνώριζαν ότι το Δημόσιο δεν ζητάει ποτέ τις απαιτήσεις του. Όπως γνωρίζουμε, το σύστημα «Τειρεσίας» λειτουργούσε για υποχρεώσεις μόνο προς τις τράπεζες και όχι –ως θα ώφειλε– προς όλους τους φορείς, π.χ., δήμοι κ.ά.

Η σπουδαιότερη, όμως, αδυναμία λειτουργίας του πιστωτικού συστήματος ήταν ότι τα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία ήταν κυρίως σε ακίνητη περιουσία και ότι, ταυτόχρονα, το Ελληνικό Δημόσιο, έχοντας το δικαίωμα να στείλει στη φυλακή τους οφειλέτες του, κωλυσιεργούσε, αντί να ασκήσει αναγκαστικά μέτρα.

Στη χώρα με την πλέον στρεβλή κατανομή του πλούτου, το 74% του ιδιωτικού πλούτου (δηλαδή περίπου 900 δισ.) είναι δεσμευμένο σε ακίνητα με πολύ χαμηλή εμπορευσιμότητα. Κάποια στιγμή, έρχεται το Δημόσιο και απαιτεί 140 δισ. Για πρώτη φορά, η ΑΑΔΕ γνωρίζει. Αν και πολλοί δεν το αντιλαμβάνονται, το Δημόσιο –δηλαδή ο υπουργός κ. Πιερρακάκης– δεν έχει καμιά δυνατότητα να διαγράψει, χωρίς την άδεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Έστω και αν αφορά το τραπεζικό σύστημα ή το σύνολο των φορολογουμένων.

Τι έπρεπε να γίνει από το 2012 και φτάσαμε στο 2026, που μάλλον έχουμε τελειώσει. Για την Ιστορία, έπρεπε το 2012 να κάνουμε αυτό που μας είχαν προτείνει οι «θεσμοί» και προέβλεπε η απλή τραπεζική λογική. Σε ιδιωτικό διμερές επίπεδο, έλεγχος βιωσιμότητας, αναδιάρθρωση και αυστηρή εξασφάλιση. Ό,τι έγινε με το δημόσιο χρέος και τους εταίρους ήταν αναγκαίο να γίνει και με το ιδιωτικό χρέος. Ιστορία, πλέον…

Ας δούμε, λοιπόν, τι σημαίνει σήμερα ότι έχουμε τελειώσει. Έχουμε έναν νόμο (εξωδικαστικό) που εξισώνει πιστωτικά ιδρύματα και Δημόσιο ως προς τις απαιτήσεις. Ούτε προτεραιότητες ούτε διαφοροποίηση στον τύπο της απαίτησης. Όλοι ίσοι και μαζί στο ίδιο καλάθι. Καταγραφή του συνόλου της ακίνητης περιουσίας, νόμιμης και μη, ανά φυσικό πρόσωπο. Κληρονομικό δίκαιο, που επαναφέρει τις οφειλές του κληροδότη και στους κληρονόμους για την περιουσία που έχει μεταβιβαστεί εν ζωή. Κατάργηση των διεκδικήσεων του Δημοσίου από ιδιοχρησιμοποιούμενα κτήματα. Έλεγχος από την ΑΑΔΕ των οικονομικών στοιχείων όλων των εμπλεκόμενων οφειλετών από σχεδόν όλες τις φορολογικές υπηρεσίες, δικές μας και από 93 συνεργαζόμενες χώρες. Ολοκλήρωση του Κτηματολογίου και του Μητρώου Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων και, τέλος, ο πολεοδομικός κώδικας, μαζί με πλήθος άλλων νομικών παρεμβάσεων που διαμορφώνουν την ουσιαστική λύση του προβλήματος (βλέπε, π.χ., αγροτικά και συνεταιριστικά χρέη και επιδοτήσεις).

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά διδάσκει. Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα.

Τα αρχικά ερωτήματα, λοιπόν, παραμένουν.

Αν τότε είχαμε προχωρήσει στην προτεινόμενη λύση του ιδιωτικού χρέους, η παρότρυνση σήμερα του κ. υπουργού θα είχε νόημα ή όχι: Το τραπεζικό σύστημα, δηλαδή, θα ήταν και σήμερα συντηρητικό ή θα είχε προχωρήσει σε λελογισμένη αύξηση της πιστωτικής επέκτασης (βλέπε και επιτάχυνση της ανάπτυξης);

Και, επίσης, ήταν αναγκαία η τόση καθυστέρηση, ώστε να ψηφιστούν στη Βουλή όλες αυτές οι νομοθετικές ρυθμίσεις που δεν ίσχυαν τότε, ή η αναγκαιότητα μεταρρυθμίσεων προέκυψε υποχρεωτικά από την ανάγκη επίτευξης της λύσης που επί τόσα χρόνια δεν θέλαμε να εφαρμόσουμε πεισματικά;

Προσωπικά, δεν μπορώ να συγκλίνω με τη μία ή την άλλη θέση. Αν και φανατικά υποστηρίζω ότι οι διμερείς σχέσεις οδηγούν ταχύτερα σε επίλυση των διαφορών, έχω την αμφιβολία για το αν το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα είχε λυθεί ταχύτερα σε επίπεδο διμερών σχέσεων. Έστω και με τη μεθοδολογία της ρουτίνας.

Αν είχαμε αλλάξει ριζικά τις πιστωτικές σχέσεις επιχειρήσεων και εγγυητών, την ιδιοκτησία της ιδιωτικής περιουσίας μετά από μεταβιβάσεις τύπου κληρονομιών εν ζωή ή γονικές παροχές, τις απαιτήσεις του Δημοσίου, τα ιδιαίτερα κοινωνικά προβλήματα (π.χ. πρώτη κατοικία), καθώς και τις στρεβλώσεις των αγροτικών επιδοτήσεων, δεν νομίζω ότι, με την εμπλοκή του πολιτικού κόστους, θα είχαμε βρει λύση. Ιδιαίτερα, μάλιστα, βλέποντας τις εξελίξεις με τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, τα προβλήματα των πλειστηριασμών και των ανακοπών με τον «νόμο Κατσέλη», τις φυλακίσεις των οφειλετών του Δημοσίου και πολλά άλλα, μάλλον συγκλίνω στην άποψη της καθυστέρησης, παρά των διμερών σχέσεων.

Αναφορικά, λοιπόν, με την καθυστέρηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, θα έλεγα στον κ. υπουργό: «Κάλλιο αργά παρά ποτέ». Ως προς τη θέση, δε, των τραπεζών, όσο ταχύτερα εφαρμόσουν τις ήδη θεσμοθετημένες μεταρρυθμίσεις τόσο ταχύτερα θα έχουμε αύξηση της πιστωτικής επέκτασης σε βιώσιμες επενδύσεις, καλύτερη κερδοφορία και αποτελεσματική χρηματοδότηση και τόσο ταχύτερα θα επουλωθεί μια πληγή που αιμορραγεί από το 2012.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ