
Ευαγγελία Λιακούλη στο “Π”: Συνταγματική Αναθεώρηση: Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν!
Της
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΛΙΑΚΟΥΛΗ
Βουλευτού ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ Λάρισας,
Τομεάρχου Δικαιοσύνης, Θεσμών και Διαφάνειας, Ποινικολόγου,
Αντιπροέδρου της Επιτροπής Σωφρονιστικού Συστήματος της Βουλής
Βαλλόμενη από τη συσσώρευση σκανδάλων, φαινομένων διαφθοράς και συστηματικών πληγμάτων στο Κράτος Δικαίου, τα οποία έχουν πλέον καταστεί εμφανή στο σύνολο του κοινωνικού σώματος, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιχείρησε να μετατοπίσει εσπευσμένα τον δημόσιο διάλογο. Αναζητώντας μια βολική θεσμική διέξοδο διαφυγής, υιοθέτησε τη ρητορική του «μεταρρυθμιστή», εξαγγέλλοντας μια Αναθεώρηση του Συντάγματος που υποτίθεται ότι θα εισήγαγε εγγυήσεις και εργαλεία προστασίας, στη νέα εποχή.
Εντούτοις, η απόσταση μεταξύ διακηρύξεων και πράξεων υπήρξε… χαοτική.
Η διαδικασία που ακολουθήθηκε επιβεβαίωσε πλήρως ότι «ώδινεν όρος και έτεκεν μυν». Με συνοπτικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες ενός μόλις μηνός –και με το πρωτοφανές η περίοδος της δημόσιας διαβούλευσης να συμπίπτει προκλητικά με κλειστή τη Βουλή–, η κυβέρνηση υποβάθμισε την κορυφαία θεσμική διαδικασία, αποστερώντας την από εθνικό όραμα και πραγματική μεταρρυθμιστική πνοή.
Η ουσιαστική αποτίμηση των κυβερνητικών προτάσεων αποκαλύπτει μια βαθιά πολιτική αντίφαση. Στο άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών, η πανηγυρική πρωθυπουργική δέσμευση για απευθείας παραπομπή των πολιτικών προσώπων στη Δικαιοσύνη μέσω Δικαστικού Συμβουλίου ακυρώθηκε στην πράξη. Η τελική πρόταση επαναφέρει τη διαδικασία στο Κοινοβούλιο, επιτρέποντας στην εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία των 151 βουλευτών να λειτουργεί ως πολιτικό φίλτρο προστασίας των μελών της.
Ανάλογη θεσμική οπισθοδρόμηση καταγράφεται και στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Η εξαγγελθείσα απεμπλοκή της εκτελεστικής εξουσίας μετατράπηκε στη σύσταση μιας ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής, στην οποία όμως η κυβέρνηση διατηρεί την απόλυτη πλειοψηφία, επιβεβαιώνοντας το λαϊκό ρητό «άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς»!
Παράλληλα, με πρόσχημα τη βελτίωση της αξιολόγησης, επιχειρείται η αποδόμηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Η μετατροπή των δημόσιων λειτουργών σε ομήρους ελεγχόμενων πειθαρχικών συμβουλίων στερεί από τη διοίκηση τη δυνατότητα να ορθώνει ανάστημα απέναντι σε παράνομες πολιτικές εντολές. Σε μια εποχή συγκλονιστικών προκλήσεων, όπου η τεχνητή νοημοσύνη, το ψηφιακό κράτος και οι σύγχρονοι θεσμοί απαιτούν υψηλό πήχη, η Νέα Δημοκρατία εγκλωβίστηκε στον μικροκομματισμό, στερώντας από τη χώρα μια ιστορική ευκαιρία.
Απέναντι σε αυτό το θεσμικό πισωγύρισμα, το ΠΑΣΟΚ στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, καταθέτοντας μια ολοκληρωμένη, προοδευτική, εναλλακτική πρόταση με συγκεκριμένους άξονες:
Εισηγούμαστε την πλήρη και οριστική αποσύνδεση της ποινικής δίωξης μελών της κυβέρνησης από τη Βουλή. Η παραπομπή πρέπει να ανήκει αποκλειστικά σε ένα ανεξάρτητο Δικαστικό Συμβούλιο, καταργώντας κάθε προνομιακή ασυλία. Προτείνουμε, επίσης, την επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από ένα πραγματικά υπερκομματικό σώμα και την ενεργό συμμετοχή των ίδιων των δικαστών, διασφαλίζοντας την αποκομματικοποίηση της Δικαιοσύνης.
Για την Αυτοδιοίκηση και τους δημοσίους υπαλλήλους, προτάσσουμε τη θεσμική και οικονομική ενδυνάμωση των δήμων και των περιφερειών ως αυτόνομων πυλώνων ανάπτυξης. Παράλληλα, διεκδικούμε τη θωράκιση των δημοσίων υπαλλήλων μέσω ενός αντικειμενικού συστήματος αξιολόγησης, μακριά από κυβερνητικές σκοπιμότητες, για να κρατούν ομήρους χιλιάδες πολίτες.
Η χώρα δεν μπορεί να πορεύεται πλέον με θεσμικά μπαλώματα και επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Το Σύνταγμα δεν αποτελεί ιδιοκτησία καμίας εφήμερης πλειοψηφίας αλλά τον κοινό εγγυητή του Κράτους Δικαίου και των αξιών της κοινωνίας μας.
Διεκδικούμε μια Ελλάδα όπου η Δικαιοσύνη θα είναι πραγματικά ανεξάρτητη, η δημόσια διοίκηση απελευθερωμένη από τον κομματικό εναγκαλισμό και η Αυτοδιοίκηση ισχυρός πυλώνας ανάπτυξης. Η Συνταγματική Αναθεώρηση οφείλει να αποτελέσει την αφετηρία για μια βαθιά, προοδευτική θεσμική επανεκκίνηση. Η πατρίδα μας και οι πολίτες της δεν αξίζουν το ελάχιστο των προσδοκιών μιας κουρασμένης εξουσίας αλλά το μέγιστο των δυνατοτήτων μιας σύγχρονης, δίκαιης και ευρωπαϊκής δημοκρατίας.