
Απ. Αποστόλου στο “Π”: Το νέο εγχείρημα Σαμαρά και τα χαμηλά ποσοστά της ΝΔ
«Η πολιτική δεν καταρρέει από τις κραυγές της αντιπολίτευσης, καταρρέει από τη σιωπή των άλλοτε πιστών της»
Christian Marazzi
Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ*
Καθηγητή Πολιτικής
και Κοινωνικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ρώμης
Η πολιτική έχει ένα κακό συνήθειο. Εκεί που οι κυβερνήσεις πιστεύουν ότι κρατούν το τιμόνι, ανακαλύπτουν πως το καράβι ταξιδεύει μόνο του, και μάλιστα προς τα βράχια. Και τότε αρχίζουν οι επιτροπές, οι δημοσκοπήσεις, οι επικοινωνιακές ασκήσεις και οι υπουργικές βεβαιότητες. Δηλαδή, όλα εκείνα που θυμίζουν γιατρό ο οποίος, μπροστά στον ασθενή που έχει χάσει τον σφυγμό του, επιμένει να του μετράει την πίεση.
Κάπως έτσι μοιάζει σήμερα η Νέα Δημοκρατία. Όχι ως παράταξη που δέχεται την πίεση της αντιπολίτευσης, αλλά ως οργανισμός που κουράστηκε από τον ίδιο του τον εαυτό. Οι μεγάλες διακηρύξεις περί μεταρρυθμίσεων ξεθώριασαν μέσα στην καθημερινότητα της ακρίβειας, οι υποσχέσεις περί αξιοκρατίας σκόνταψαν πάνω στις γνωστές ελληνικές πατέντες της εξουσίας και η εικόνα της αποτελεσματικότητας άρχισε να ξεφτίζει σαν αφίσα ξεχασμένη στον τοίχο μετά τις εκλογές.
Μέσα σε αυτήν τη φθορά εμφανίζεται το πολιτικό εγχείρημα του Αντώνη Σαμαρά. Όχι βέβαια σαν κεραυνός εν αιθρία. Οι κεραυνοί έχουν το προνόμιο της έκπληξης, αλλά εδώ η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται εδώ και μήνες. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα ιδρυθεί το νέο κόμμα. Το ερώτημα είναι πόσοι περιμένουν ήδη να βρουν εκεί πολιτική στέγη.
Η φιλοδοξία του εγχειρήματος, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, είναι να διαμορφώσει μια κεντροδεξιά πρόταση με καθαρά γκωλικά χαρακτηριστικά. Μια πρόταση που θα δίνει προτεραιότητα στην εθνική στρατηγική, στην αυτοπεποίθηση της χώρας, στην παραγωγή, στην ασφάλεια και στην πολιτική αυτονομία. Κυρίως, όμως, θα επιχειρήσει να συνομιλήσει με εκείνες τις πλειοψηφικές αξίες που εξακολουθούν να υπάρχουν κάτω από τον θόρυβο της επικαιρότητας και δεν εξαφανίζονται επειδή κάποιος αποφάσισε να τις αγνοήσει.
Η στρατηγική του δεν είναι να αιφνιδιάσει το Μέγαρο Μαξίμου. Το Μαξίμου γνωρίζει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται απέναντί του αλλά πίσω του. Στους ανθρώπους που κάποτε χειροκροτούσαν και σήμερα σιωπούν. Και η σιωπή στην πολιτική δεν είναι ποτέ ουδέτερη, γιατί είναι η πρόβα της αποχώρησης.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της κυβέρνησης δεν είναι η αντιπολίτευση. Είναι η κόπωση των δικών της ανθρώπων. Εκείνων που πίστεψαν ότι η διακυβέρνηση θα αποκαταστήσει ένα διαφορετικό ήθος, αλλά βλέπουν να ανακυκλώνονται οι ίδιες νοοτροπίες. Οι υποθέσεις που τραυμάτισαν την εικόνα της κυβέρνησης δεν αντιμετωπίστηκαν ως εξαιρέσεις, αλλά εγκαταστάθηκαν στη δημόσια συνείδηση ως συμπτώματα μιας αντίληψης εξουσίας που θεωρεί πως όλα συγχωρούνται όταν συνοδεύονται από αποτελεσματική επικοινωνία. Μόνο που η επικοινωνία δεν γεμίζει το καλάθι του σούπερ μάρκετ ούτε πληρώνει τον λογαριασμό του ηλεκτρικού.
Η ακρίβεια έγινε ο πιο αμείλικτος πολιτικός αντίπαλος. Δεν κάνει δηλώσεις, δεν κατεβαίνει στις εκλογές, δεν δίνει συνεντεύξεις. Απλώς περιμένει τον πολίτη στο ταμείο. Εκεί όπου κάθε ευρώ εξηγεί καλύτερα από εκατό κυβερνητικές ανακοινώσεις τι σημαίνει απώλεια εισοδήματος. Η αισχροκέρδεια, η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και η αίσθηση ότι κάποιοι ευημερούν δυσανάλογα, ενώ οι πολλοί μετρούν τα κέρματα της καθημερινότητας, δημιούργησαν ένα κλίμα που δύσκολα αντιστρέφεται με συνθήματα.
Και πάνω απ’ όλα υπάρχει η μεσαία τάξη. Η ίδια κοινωνική δύναμη που στήριξε αποφασιστικά τη Νέα Δημοκρατία. Αυτή σήμερα δεν φωνάζει πάντα, γιατί συχνά θυμώνει σιωπηλά. Και όταν η μεσαία τάξη πάψει να συγχωρεί, η πολιτική αριθμητική αποκτά άλλους κανόνες. Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή η συσσωρευμένη οργή μπορεί να οδηγήσει τη Νέα Δημοκρατία σε μια βαριά, ακόμη και ταπεινωτική εκλογική ήττα, εφόσον αποκτήσει σταθερά εκλογικά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για πολιτική εκτίμηση που διατυπώνεται στον δημόσιο διάλογο και όχι για προεξόφληση του εκλογικού αποτελέσματος.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Αντώνης Σαμαράς θα επιχειρήσει, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, να παρουσιάσει μια διαφορετική πρόταση διακυβέρνησης. Στόχος του φαίνεται να είναι η διατύπωση νέων πολιτικών αρθρώσεων για τα μεγάλα ζητήματα της χώρας, όπως για παράδειγμα την οικονομία και την παραγωγική ανασυγκρότηση, την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, τη μεταναστευτική πολιτική, τη λειτουργία των θεσμών και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στο κράτος και στον πολίτη. Ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η καταγγελία της σημερινής κατάστασης αλλά η συγκρότηση μιας συνεκτικής πολιτικής πρότασης που θα διεκδικήσει αξιοπιστία.
Το αν αυτή η πρωτοβουλία θα εξελιχθεί σε ισχυρό πολιτικό ρεύμα ή θα περιοριστεί στην έκφραση της δυσαρέσκειας ενός τμήματος της Κεντροδεξιάς αποτελεί το μεγάλο ερώτημα των επόμενων μηνών. Όμως, υπάρχει μια διαπίστωση που δύσκολα αμφισβητείται. Όταν ένα κόμμα αρχίζει να εξηγεί στους πολίτες γιατί δεν ζουν όπως ζουν, αντί να ακούει γιατί εκείνοι διαμαρτύρονται, τότε δεν έχει αρχίσει απλώς να χάνει ψήφους, αλλά έχει αρχίσει να χάνει την επαφή του με την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα, σε αντίθεση με τις δημοσκοπήσεις, δεν διορθώνεται με δελτία Τύπου.
*Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».