
Η ελληνική «μαύρη τρύπα» στην ελευθερία του Τύπου
Είναι πλέον μια εδραιωμένη, δυσάρεστη συνήθεια. Κάθε χρόνο, η δημοσιοποίηση της έκθεσης των «Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα» λειτουργεί για την Ελλάδα περισσότερο ως υπενθύμιση μιας χρόνιας παθογένειας, παρά ως μια είδηση που προκαλεί έκπληξη.
Για το 2026, η εικόνα παραμένει πεισματικά η ίδια, δηλαδή, η χώρα μας συμπληρώνει πλέον μια ολόκληρη πενταετία στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της ελευθεροτυπίας. Παρά το γεγονός ότι στην παγκόσμια κατάταξη καταγράφεται μια οριακή άνοδος τριών θέσεων, φτάνοντας στην 86η ανάμεσα σε 180 κράτη, η ουσία δεν αλλάζει. Η Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη στην πορτοκαλί ζώνη, μια περιοχή όπου η δημοκρατική λειτουργία του Τύπου θεωρείται προβληματική, βλέποντας την πλάτη χωρών όπως η Αλβανία ή η Μογγολία, που διαθέτουν εντελώς διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες και θεσμικές παραδόσεις.
Από το 2022, όταν η χώρα προσπέρασε τη Βουλγαρία για να πάρει τα σκήπτρα του ουραγού της ΕΕ, μέχρι και σήμερα, η διαδρομή μοιάζει με έναν φαύλο κύκλο. Οι μικρές αυξομειώσεις στην παγκόσμια λίστα είναι συχνά αποτέλεσμα της κατάρρευσης άλλων κρατών και όχι κάποιας ουσιαστικής εγχώριας μεταρρύθμισης. Το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι απλώς συγκυριακό αλλά δομικό. Οι RSF στην έκθεσή τους είναι καταπέλτες, περιγράφοντας ένα σκηνικό όπου η ανεξαρτησία των δημόσιων μέσων μοιάζει με ζητούμενο, ενώ οι ρυθμιστικές αρχές εμφανίζονται αδύναμες να επιβάλουν τους κανόνες του παιχνιδιού.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η σκοτεινή σκιά των παρακολουθήσεων. Η εμπλοκή της ΕΥΠ και η χρήση παράνομων λογισμικών, όπως το Predator, εναντίον δημοσιογράφων έχουν αφήσει ένα ανεξίτηλο στίγμα στην αξιοπιστία του κράτους δικαίου. Όταν η κεντρική εξουσία έχει τη δυνατότητα να εποπτεύει αυτούς που οφείλουν να την ελέγχουν, η ελευθερία της έκφρασης δέχεται καίριο πλήγμα. Σε αυτό το τοξικό μείγμα προστίθενται οι δικαστικές διώξεις, η νομοθετική αυστηροποίηση των ποινών για δυσφήμιση και, φυσικά, η ανεπούλωτη πληγή της δολοφονίας του Γιώργου Καραϊβάζ. Η ατιμωρησία γύρω από αυτήν την υπόθεση δεν είναι απλώς μια δικαστική εκκρεμότητα αλλά ένα μήνυμα ανασφάλειας που διαπερνά ολόκληρο τον κλάδο, οδηγώντας συχνά στην αυτολογοκρισία.
Η κατάσταση στο πεδίο δεν είναι καλύτερη. Οι δημοσιογράφοι στην Ελλάδα βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι με σωματική βία κατά την κάλυψη διαδηλώσεων ή αθλητικών γεγονότων, ενώ οι γυναίκες του χώρου έρχονται αντιμέτωπες με έναν επίμονο σεξισμό. Την ίδια στιγμή, η οικονομική ασφυξία που προκάλεσε η πολυετής κρίση έχει δημιουργήσει ένα τοπίο υπερσυγκέντρωσης. Τα Μέσα Ενημέρωσης περνούν σε λίγα χέρια επιχειρηματιών με παράλληλες πολιτικές και οικονομικές ατζέντες, μετατρέποντας την είδηση σε εργαλείο πίεσης ή συναλλαγής.
Ενώ ο Ευρωπαϊκός Βορράς, με τη Νορβηγία και τη Δανία, συνεχίζει να δείχνει τον δρόμο της διαφάνειας, η Ελλάδα μοιάζει να απομακρύνεται από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς την ενημέρωση βαθαίνει, τροφοδοτούμενη από την πόλωση και τη διαπλοκή. Και σαν να μην έφταναν οι εγχώριες παθογένειες, το 2026 ανατέλλει ως μια χρονιά νέων κινδύνων.
Η επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης και των deepfakes απειλεί να θολώσει οριστικά τα όρια μεταξύ αλήθειας και ψέματος. Χωρίς ισχυρό, ανεξάρτητο έλεγχο και χωρίς πραγματική προστασία των λειτουργών του Τύπου, η Ελλάδα κινδυνεύει να παραμείνει η μαύρη τρύπα μιας Ευρώπης που, θεωρητικά τουλάχιστον, οφείλει να προασπίζεται το δικαίωμα των πολιτών στην αντικειμενική πληροφόρηση.