Μόνο ένα στα πέντε καινοτόμα φάρμακα φτάνει στους έλληνες ασθενείς

Μόνο ένα στα πέντε καινοτόμα φάρμακα φτάνει στους έλληνες ασθενείς

–ΚΑΘΕ 1 ΕΥΡΩ ΠΟΥ ΕΠΕΝΔΥΕΤΑΙ ΣΕ ΚΑΙΝΟΤΟΜΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΑΠΟΦΕΡΕΙ 6 ΕΥΡΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Του
ΑΡΗ ΜΠΕΡΖΟΒΙΤΗ


Βρισκόμαστε σε μια νέα εποχή, στην οποία oι νέες, καινοτόμες θεραπευτικές προσεγγίσεις αλλάζουν καθοριστικά την πορεία και την έκβαση πολλών α­σθενειών. Η ισχυρή ε­πένδυση στην έρευνα και στην ανάπτυξη, που πραγματοποιείται από τις βιοφαρμακευτικές εταιρείες, έχει ως αποτέλεσμα μεγάλη πρόοδο και ανακαλύψεις που δεν έχουμε δει ξανά στο παρελθόν.

Η εφαρμογή της γονιδιωματικής για την ανάπτυξη εξατομικευμένων φαρμάκων επιτρέπει στους γιατρούς να προσαρμόζουν τις θεραπείες στις μοναδικές ανάγκες του κάθε ασθενούς, ενώ οι ανοσοθεραπείες επιστρατεύουν το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών για την καταπολέμηση διαφόρων ασθενειών, περιλαμβανομένου του καρκίνου, και σπάνιων νοσημάτων.

Σε αυτήν τη νέα ε­ποχή της καινοτομίας, πολλές ασθένειες που προηγουμένως θεωρούνταν θανατηφόρες είναι πλέον διαχειρίσιμες και δυνητικά ιάσιμες. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μείωση των ποσοστών θνησιμότητας, βελτίωση της ποιότητας ζωής και της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, σε τι ποσοστό η φαρμακευτική καινοτομία φτάνει στη χώρα μας;

Σύμφωνα με τη μελέτη «Patients W.A.I.T. Indicator (EFPIA-IQVIA) 2025», ο έλληνας ασθενής έχει απρόσκοπτη πρόσβαση μόνον σε ένα στα πέντε καινοτόμα φάρμακα της τελευταίας τετραετίας, ενώ γενικότερα δεν έχει καθόλου πρόσβαση σε τρία στα πέντε νέα φάρμακα. Συγκεκριμένα, η μελέτη διαπιστώνει ότι, από τα 214 νέα καινοτόμα φάρμακα που πήραν έγκριση ΕΜΑ (ο πανευρωπαϊκός ΕΟΦ) το διάστημα 2022 – 2025, μόνο 42 (20%) ήταν μέχρι τις 25/5/2026 διαθέσιμα στην ελληνική αγορά.

Στο μεταξύ, μια νέα οικονομική μελέτη για τον αντίκτυπο της φαρμακευτικής καινοτομίας στην Ευρώπη επιβεβαιώνει ότι η υποεπένδυση στην υγεία αποτελεί ψευδή εξοικονόμηση, καθώς τελικά επιβαρύνει περισσότερο τις οικονομίες και τις κοινωνίες.

Η μελέτη εξετάζει τον αντίκτυπο της φαρμακευτικής καινοτομίας στη θνησιμότητα και στη χρήση των νοσοκομειακών υπηρεσιών και ποσοτικοποιεί τις οικονομικές αποδόσεις σε τρεις βασικούς θεραπευτικούς τομείς, σε 29 ευρωπαϊκές χώρες, για την περίοδο 2014 – 2022. Εκπονήθηκε από το Ινστιτούτο WifOR σε συνεργασία με τον καθηγητή Οικονομικών του Πανεπιστημίου Columbia, Frank R. Lichtenberg. Τα ευρήματα αμφισβητούν την αντίληψη ότι η υγειονομική περίθαλψη αποτελεί απλώς μια δαπάνη που πρέπει να περιοριστεί και υποστηρίζουν ότι οι δημόσιες πολιτικές θα πρέπει να αναγνωρίζουν την αξία που προσφέρει η καινοτομία στα συστήματα υγείας και στην κοινωνία.

Ειδικά για την Ελλάδα, τα βασικά ευρήματα καταδεικνύουν ότι τα καινοτόμα φάρμακα συμβάλλουν στη μείωση των νοσηλειών και στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Συγκεκριμένα:
1. Αποφεύχθηκαν 25,6 χιλιάδες έτη δυνητικής ζωής που θα είχαν χαθεί, γεγονός που ισοδυναμεί με τη διατήρηση του πλήρους προσδόκιμου ζωής (81,3 έτη) 313 ανθρώπων στην Ελλάδα.
2. Καταγράφηκαν 252,4 χιλιάδες λιγότερες ημέρες νοσηλείας, ποσότητα που αντιστοιχεί στην απελευθέρωση 691 νοσοκομειακών κλινών για έναν ολόκληρο χρόνο, δηλαδή σε περισσότερο από το 70% της συνολικής δυναμικότητας κλινών του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ο Ευαγγελισμός».

Με επένδυση στη φαρμακευτική καινοτομία μόλις 93 εκατ. ευρώ –σε τιμές καταλόγου και χωρίς να αφαιρούνται οι επιστροφές (clawback & rebates)– δημιουργήθηκε σημαντική αξία για την ελληνική κοινωνία:
1. 430 εκατ. ευρώ οικονομικό όφελος από την αύξηση της παραγωγικότητας, που αντιστοιχεί σε σχεδόν 0,2% του ΑΕΠ της Ελλάδας.
2. 127 εκατ. ευρώ εξοικονόμηση από τη μείωση των νοσηλειών, ποσό που ισοδυναμεί με το 1,5% της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης της χώρας.

Τι προτείνει η μελέτη
Η μελέτη προτείνει τα εξής πολιτικά βήματα:

1. Αναγνώριση της φαρμακευτικής καινοτομίας ως επένδυσης και όχι ως κόστους: Οι αποδόσεις των επενδύσεων στα φάρμακα είναι υψηλές και πιθανότατα υποεκτιμημένες. Το πλαίσιο χάραξης πολιτικής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη συνολική οικονομική αξία της καινοτομίας, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της παραγωγικότητας και της μείωσης της επιβάρυνσης της υγειονομικής περίθαλψης.
2. Διασφάλιση έγκαιρης και ισότιμης πρόσβασης των ασθενών σε καινοτόμα φάρμακα σε ολόκληρη την Ευρώπη και στην Ελλάδα: Οι καθυστερήσεις στην πρόσβαση μεταφράζονται άμεσα σε απώλειες υγείας που μπορούν να αποφευχθούν και σε διαφυγόντα οικονομικά οφέλη. Ο εξορθολογισμός των οδών έγκρισης, αποζημίωσης και υιοθέτησης πρέπει να αποτελεί κοινή προτεραιότητα μεταξύ των κρατών-μελών.
3. Ενίσχυση του οικοσυστήματος βιοεπιστημών μέσω συντονισμένης δράσης πολιτικής: Το γεωπολιτικό και κανονιστικό περιβάλλον κινδυνεύει να καταστήσει την Ευρώπη λιγότερο ανταγωνιστική ως προορισμό για φαρμακευτικές επενδύσεις. Τα κράτη-μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να αντιμετωπίζουν την καινοτομία, την πρόσβαση και την ανταγωνιστικότητα ως αλληλένδετες και όχι απομονωμένες πολιτικές ατζέντες.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της μελέτης, ο Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, πρόεδρος της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, τόνισε ότι τα τελευταία χρόνια ο τομέας του διαβήτη και της παχυσαρκίας γνωρίζει μια πραγματική έκρηξη καινοτομίας, με την ανάπτυξη νέων θεραπειών που είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές, καλύτερα ανεκτές από τους ασθενείς και συνοδεύονται από λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη μείωση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η αξιοποίηση της καινοτομίας προϋποθέτει επαρκώς ενημερωμένους και κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες υγείας. «Η Πολιτεία οφείλει να ενισχύσει τα εξειδικευμένα κέντρα με επαρκές και κατάλληλα εκπαιδευμένο ιατρικό προσωπικό, ώστε όλοι οι ασθενείς να έχουν ισότιμη πρόσβαση στις σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές».

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, Στέλιος Λουκίδης, επισήμανε ότι η αξία της φαρμακευτικής καινοτομίας δεν περιορίζεται μόνο στη βελτίωση της υγείας των ασθενών, αλλά συμβάλλει και στην καλύτερη κατανόηση των ίδιων των νοσημάτων από την ιατρική κοινότητα. Όπως σημείωσε, για πολλά χρόνια η καινοτομία έχει προσφέρει σημαντικά οφέλη τόσο στα χρόνια αναπνευστικά όσο και στα σπάνια νοσήματα, με άμεσες αλλά και έμμεσες θετικές επιδράσεις, όπως η αντιμετώπιση των συννοσηροτήτων. Αναφέρθηκε, μάλιστα, σε πρόσφατη μελέτη της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας σε ασθενείς με σοβαρό άσθμα, η οποία κατέδειξε μείωση των παροξυσμών κατά 80% και των νοσηλειών κατά 90%, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική συμβολή των καινοτόμων θεραπειών στη βελτίωση της καθημερινότητας και της ποιότητας ζωής των ασθενών.

Φωτό: ©Viewfinder/Adobe Stock

ΤΟ ΠΑΡΟΝ