
Η Κύπρος μπροστά σε νέο κίνδυνο με άλλοθι τη λύση

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Στις 27 – 28 Ιουλίου, ο Γ. Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτιέρες μεταβαίνει στη Λευκωσία για διαβουλεύσεις με τον Κύπριο Πρόεδρο και την Τουρκοκυπριακή ηγεσία, με στόχο την επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών και τη σύγκλιση, εντός του θέρους, Πενταμερούς για τη «λύση» του Κυπριακού με τη σύναψη προκαταρκτικής στρατηγικής συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών.
Η πρωτοβουλία του ανταποκρίνεται, υποτίθεται, στις προσπάθειες της Κυπριακής πλευράς και προσωπικά του Προέδρου Χριστοδουλίδη για την επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών από το σημείο που διεκόπησαν μετά το ναυάγιο της Πενταμερούς στο Κραν Μοντανά. Όλοι, όμως, γνωρίζουν ότι η ενεργοποίηση Γκουτιέρες στη συγκυρία αυτή δεν είναι άσχετη με την παρασκηνιακή δράση της Βρετανικής διπλωματίας, η οποία ανησυχεί για μια σειρά εξελίξεων που πιστεύει ότι δεν συμβαδίζουν με τη στρατηγική παρουσία της Μεγάλης Βρετανίας στην Κύπρο και τον ρόλο των Βρετανικών στρατιωτικών βάσεων. Είναι μόνιμη τακτική της Μεγάλης Βρετανίας να παρεμβαίνει στο Κυπριακό μέσω ΟΗΕ, εκμεταλλευόμενη την προνομιακή επιρροή που έχει στην πολιτική Γραμματεία του ΟΗΕ αλλά και στον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα Αντόνιο Γκουτιέρες.
Γιατί ανησυχεί και επισπεύδει η Βρετανική διπλωματία; Η Κύπρος, παρά το γεγονός ότι είναι ημικατεχόμενη, μπορεί, εφόσον αναγνωρίζεται διεθνώς ως Κυπριακή Δημοκρατία, χώρα-μέλος του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, να ασκεί ανεξάρτητη και κυρίαρχη πολιτική, που αλλάζει σταδιακά τα στρατηγικά δεδομένα της Τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής. Η ισορροπία δυνάμεων επηρεάζεται σοβαρά από τη στρατηγική σχέση μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ, τη στρατηγική συμμαχία Κύπρου – Γαλλίας, την προώθηση των στρατηγικών σχέσεων της Κύπρου με τις ΗΠΑ, με παράκαμψη των Βρετανικών βάσεων, την αμυντική θωράκιση της Κύπρου, την αναβίωση του δόγματος του ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδος – Κύπρου και τον ρόλο που μπορεί εν δυνάμει να διαδραματίσει η Κύπρος στην κοινή Ευρωπαϊκή Άμυνα.
Οι στρατηγικές αυτές αλλαγές επηρεάζουν, προφανώς, τη σημασία των Βρετανικών βάσεων και τη στρατηγική παρουσία των Βρετανών στην περιοχή. Οι Βρετανοί συμπλέουν για αυτό με την Άγκυρα, με την οποία παραμένουν στρατηγικοί σύμμαχοι από τη δεκαετία του ’50. Η Άγκυρα έχει τους ίδιους λόγους να ανησυχεί. Διαπιστώνει ότι η απόλυτη στρατηγική υπεροχή που επέβαλε στην Κύπρο με την εισβολή και τη διατήρηση από τότε στο νησί ισχυρών δυνάμεων αρχίζει να διαβρώνεται και να απειλείται. Η Άγκυρα υπελόγιζε να επιβάλει με την υπεροχή αυτή και τη διαρροή του χρόνου τα τετελεσμένα γεγονότα της κατοχής και τον γεωπολιτικό της έλεγχο πάνω σε ολόκληρη την Κύπρο, με την ευκαιρία μιας «λύσεως» Τουρκικών προδιαγραφών, την οποία θα αποδέχονταν, από την αδύναμη θέση στην οποία βρίσκονταν, οι Ελληνοκύπριοι και η αδημονούσα για κλείσιμο του Κυπριακού Αθήνα.
Η Άγκυρα διαπιστώνει σήμερα ότι τα στρατηγικά δεδομένα αλλάζουν, μέσα σ’ ένα περιφερειακό σκηνικό στο οποίο εντείνεται η αντιπαράθεση Τουρκίας – Ισραήλ. Η Άγκυρα, κατά το παράδειγμα της Συνόδου του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, την οποία εργαλειοποίησε για να επιτύχει μια θεαματική ενίσχυση του ρόλου της στο ΝΑΤΟ και μια δυναμική είσοδο στην Κοινή Ευρωπαϊκή Ασφάλεια, μέσω ΝΑΤΟ επιδιώκει να επιτύχει κάτι ανάλογο στο Κυπριακό. Να ανακόψει, δηλαδή, τη στρατηγική ενίσχυση της Κύπρου και να καταργήσει την Κυπριακή Δημοκρατία, με τη μορφή μιας δικέφαλης «λύσεως», που θα την υποκαθιστούσε και θα ενέτασσε εμμέσως ολόκληρη την Κύπρο υπό Τουρκικό γεωπολιτικό έλεγχο.
Εφαλτήριο προς μια τέτοια «λύση» θα αποτελούσε το υποτιθέμενο διπλωματικό κεκτημένο της λεγόμενης «διζωνικής ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα», την οποία επισήμως αποδέχεται η Ελληνική πλευρά. Ο πρώην Πρόεδρος Γεώργιος Βασιλείου έδωσε μάλιστα τη συγκατάθεσή του για να περιληφθεί η ιδέα και η θέση της διζωνικής ομοσπονδίας σε ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας (ψήφισμα 649). Αυτό επιτρέπει σήμερα στους υπέρμαχους της διζωνικής ομοσπονδίας να αναφέρονται παραπλανητικά σε ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας για την Κύπρο, συγχέοντας το 649 για τη διζωνική με τα καθοριστικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, όπως το 186 του 1964 και τα ψηφίσματα 541 και 550, που αναφέρονται στην καταδίκη της ανακηρύξεως χωριστού Τουρκοκυπριακού «κράτους» και ζητούν από όλες τις χώρες-μέλη του ΟΗΕ να μην το αναγνωρίσουν και να μην έχουν καμία σχέση μ’ αυτό.
Η διζωνική ομοσπονδία είναι Αγγλο-Τουρκικό εφεύρημα, το οποίο προώθησε στη συνέχεια ο Χένρι Κίσινγκερ. Ο Μακάριος δεν αποδέχθηκε ποτέ τη διζωνική ομοσπονδία ούτε ο διάδοχός του, Σπύρος Κυπριανού. Ανέλαβε να το κάνει αποδεκτό και να το περιλάβει, μάλιστα, σε ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας, όπως αναφέρθηκε, ο Γεώργιος Βασιλείου, που βρισκόταν πολύ κοντά στη Βρετανική πολιτική.
Η Άγκυρα, σε πρώτη φάση, κατέστησε σημαία της τη διζωνική ομοσπονδία. Στη συνέχεια, όταν η Ελληνική πλευρά απεχώρησε και αποδέχθηκε τη διζωνική ομοσπονδία, η Άγκυρα μετακινήθηκε στη θέση των δύο κρατών, αφού προηγουμένως έδωσε μάχες για την αποδοχή από την Ελληνική πλευρά και της λεγόμενης «πολιτικής ισότητας».
Η μετακίνηση στην ιδέα των δύο κρατών σήμαινε εκ των πραγμάτων εγκατάλειψη της ομοσπονδίας. Ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν δήλωσε επανειλημμένα ότι η ιδέα της ομοσπονδίας ως λύσεως του Κυπριακού είναι πλέον «παρωχημένη» γιατί δεν εξασφαλίζει την «ισότητα κυριαρχίας» που απαιτεί η Τουρκική πλευρά. Μόνη λύση είναι επομένως τα δύο κράτη, τα οποία θα συστεγάζονται, με όρους απόλυτης «πολιτικής ισότητας», σε ένα κοινό κράτος.
Η Άγκυρα διατηρεί πάντα τη θέση αυτή, αλλά επιτρέπει στην Τουρκοκυπριακή ηγεσία να αναφέρεται σε ομοσπονδία σε ενδεχόμενες νέες συνομιλίες, για λόγους διπλωματικής ευελιξίας και υπό τον όρο ότι η συζητούμενη ομοσπονδία έχει έννοια και πραγματικό περιεχόμενο συνομοσπονδίας.
Η Άγκυρα θέτει επιπλέον ως αναπόσπαστο μέρος ενδεχόμενων νέων συνομιλιών το φυσικό αέριο της ελεύθερης Κύπρου, το οποίο, ως ομοσπονδιακό αγαθό, θα πρέπει να μοιρασθεί «ισοτίμως» με τους Τουρκοκυπρίους. Θα πρέπει επίσης να εξάγεται με αγωγό μέσω Τουρκίας! Για το σκοπό αλλά και γενικότερα για τη δομική πρόσδεση των κατεχομένων στην Τουρκία, η Άγκυρα εξήγγειλε NAVTEX στην περιοχή μεταξύ Κύπρου και Τουρκίας και την κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου, ο οποίος θα προστεθεί στον ήδη υπάρχοντα αγωγό που μεταφέρει νερό από την Τουρκία στην Κατεχόμενη Κύπρο. Υπάρχουν ανάλογα σχέδια για τη μεταφορά και ηλεκτρικής ενέργειας. Δεν επιδεικνύεται, όμως, ιδιαίτερη σπουδή γι’ αυτό, γιατί τα κατεχόμενα ηλεκτροδοτούνται δωρεάν από το 1974, από τη Δημόσια Εταιρεία Ηλεκτρισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Προηγήθηκε της επισκέψεως στην Κύπρο του Αντόνιο Γκουτιέρες η προσωπική του ειδική αντιπρόσωπος για το Κυπριακό, Κολομβιανή Ολγκίν, η οποία είχε συναντήσεις στη Λευκωσία, στην Άγκυρα, στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες. Υπάρχει επιθυμία και σχεδιασμός εκ μέρους των φανερών και αφανών πρωταγωνιστών της νέας πρωτοβουλίας για το Κυπριακό να εμπλακεί τη φορά αυτή ενεργά η Ευρωπαϊκή Ένωση και να συνδεθεί η πρόοδος των Ευρω-Τουρκικών σχέσεων με εξελίξεις στο Κυπριακό. Βρετανικές εφημερίδες έκαναν λόγο την περασμένη εβδομάδα για σχέδιο Ολγκίν, το οποίο θα αποτελέσει τη βάση των συνομιλιών του Αντόνιο Γκουτιέρες στη Λευκωσία και της ημερήσιας διατάξεως μιας επιδιωκόμενης νέας Πενταμερούς.
Τα Βρετανικά δημοσιεύματα αναφέρονται στην ιδέα μιας «χαλαρής ομοσπονδίας», η οποία θα επιτρέπει στην Ελληνική πλευρά να την αποκαλεί ομοσπονδία και στην Τουρκική συνομοσπονδία. Αναφέρουν επίσης την ιδέα μιας προκαταρκτικής στρατηγικής συμφωνίας, η οποία θα δεσμεύει τις δύο πλευρές για την ουσία και την κατεύθυνση της «λύσεως», αφήνοντας τη διαπραγμάτευση των επιμέρους θεμάτων σε δεύτερο χρόνο, στο πλαίσιο των δικοινοτικών συνομιλιών.
Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης διέψευσε τα δημοσιεύματα του Βρετανικού Τύπου, λέγοντας ότι δεν υπάρχει κανένα σχέδιο Ολγκίν. Προφανώς, οι σκόπιμες διαρροές στον Τύπο αποτελούν μέρος της σχεδιαζόμενης νέας πρωτοβουλίας και αντικαθρεφτίζουν τους κύριους άξονες γύρω από τους οποίους θα επιδιωχθεί η προώθηση της πρωτοβουλίας.
Ένα νέο στοιχείο είναι η προβλεπόμενη ενεργότερη και ουσιαστικότερη ανάμειξη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που εκφράζεται με τον διορισμό ειδικού εκπροσώπου της Προέδρου Φον Ντερ Λάιεν. Η Τουρκία προέβαλλε μέχρι τώρα το επιχείρημα ότι δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ότι η συμμετοχή της τελευταίας θα ήταν ετεροβαρής. Επιφανειακά συνεχίζει, διά στόματος Τουρκοκυπρίων, την αντίθεσή της, αναμένοντας ουσιαστικά να διευκρινισθεί ποιος θα είναι ο πραγματικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στη διαπραγμάτευση.
Η Άγκυρα, όπως και το Λονδίνο, επιδιώκει την υπονόμευση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την έμμεση αναγνώριση του ψευδοκράτους και των κατεχομένων, με άλλοθι την περιβόητη «πολιτική ισότητα» και τη δημιουργία δύο «ίσων ομοσπονδιακών» –στην πραγματικότητα συνομοσπονδιακών– μερών. Ως δέλεαρ για την Ελληνική πλευρά επαναπροβάλλεται η ενδεχόμενη επιστροφή εδαφών στην Αμμόχωστο, στη Μόρφου και στη Μεσαορία.
Ο πραγματικός στόχος είναι να συρθεί η Ελληνική πλευρά σε αυτοκατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, με το επιχείρημα του νέου κοινού κράτους, ή σε προδέσμευσή της για «λύση» με τη μορφή μιας στρατηγικής συμφωνίας, που θα υπονόμευε το διεθνές καθεστώς της και τη διεθνή αναγνώρισή της.
Η Αχίλλειος πτέρνα της Ελληνικής πλευράς είναι το εσωτερικό της μέτωπο και ο ενδημικός ενδοτισμός των δύο μεγάλων κομμάτων, του ΑΚΕΛ και του ΔΗΣΥ, που τη σύμπλευσή τους η κοινή γνώμη αποκαλεί ΔΗΣΑΚΕΛ. Η Βρετανική πλευρά ασκεί καθοριστική επιρροή πάνω στις ηγεσίες των δύο αυτών κομμάτων.
Καθοριστικός είναι, εκ των πραγμάτων, ο ρόλος του Κυπρίου Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη. Οι κινήσεις στις οποίες έχει προβεί μέχρι τώρα, εκμεταλλευόμενος την αλλαγή των στρατηγικών συνθηκών στην περιοχή, διανοίγουν μια νέα προοπτική, την οποίαν όμως πρέπει να διαφυλάξει ως κόρη οφθαλμού, με επίκεντρο τη μη κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η προσκόλληση και ο εγκλωβισμός στη «διζωνική ομοσπονδία, με πολιτική ισότητα», ακόμη και αν πρυτανεύουν λόγοι τακτικής στο εξωτερικό διπλωματικό πεδίο και στο εσωτερικό μέτωπο, είναι άκρως επικίνδυνη θέση, γιατί διευκολύνει την προβολή απαράδεκτων σχεδίων για την Κύπρο και υποθηκεύει το απελευθερωτικό νόημα του αγώνα της Κύπρου.
Απέναντι στη δεδηλωμένη Τουρκική αδιαλλαξία και στα σχέδια της Άγκυρας για γεωπολιτικό έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου, δεν έχει νόημα η Κύπρος να εγκλωβίζεται και να εμμένει σε πολιτικές που προνοούν την αυτοκατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Αυτό, όμως, δεν είναι μόνο υπόθεση του Προέδρου της Κύπρου. Είναι ταυτόχρονα ευθύνη της Ελληνικής κυβερνήσεως και του Κυπριακού και του Ελληνικού λαού.