Γρ. Κωνσταντέλλος στο “Π”: Πολιτική Προστασία: Γιατί η Τοπική Αυτοδιοίκηση Α’ Βαθμού πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο

Γρ. Κωνσταντέλλος στο “Π”: Πολιτική Προστασία: Γιατί η Τοπική Αυτοδιοίκηση Α’ Βαθμού πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο

Του
ΓΡΗΓΟΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΛΟΥ
Δημάρχου Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης,
Α’ Αντιπροέδρου Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ)


Τα ακραία φυσικά φαινόμενα που αντιμετωπίζει πλέον η χώρα μας δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά αλλά μια νέα, διαρκή πραγματικότητα. Πλημμύρες, δασικές πυρκαγιές, παρατεταμένοι καύσωνες, έντονες χιονοπτώσεις και σεισμικοί κίνδυνοι δοκιμάζουν τις αντοχές των πόλεων, των υποδομών και της κοινωνικής συνοχής. Σε αυτό το περιβάλλον, η Πολιτική Προστασία δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαχείριση της κρίσης, οφείλει να μετατραπεί σε πολιτική πρόληψης, ετοιμότητας και ανθεκτικότητας, με σταθερό σχεδιασμό και θεσμική συνέχεια.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος θα αποδώσει ευθύνες μετά από κάθε φυσική καταστροφή αλλά ποιος μπορεί να προλάβει, να σχεδιάσει και να δράσει έγκαιρα. Και η εμπειρία των τελευταίων ετών καταδεικνύει ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση Α’ Βαθμού πρέπει να έχει ουσιαστικό και πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν την εθνική προσπάθεια.

Οι δήμοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Γνωρίζουν το τοπικό ανάγλυφο, τα ρέματα, τις δασικές εκτάσεις, τα σημεία υψηλού κινδύνου και τις ιδιαιτερότητες της χωρικής ανάπτυξης. Είναι αυτοί που κινητοποιούν πρώτοι προσωπικό και μέσα, που οργανώνουν την αρχική απόκριση και που στέκονται δίπλα στον πολίτη πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από κάθε κρίση. Και είναι αυτοί που λογοδοτούν άμεσα στις τοπικές κοινωνίες, όχι σε θεωρητικό επίπεδο αλλά με καθημερινή παρουσία και ευθύνη.

Παρά ταύτα, το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο εξακολουθεί να περιορίζει τον ρόλο των δήμων, αντιμετωπίζοντάς τους συχνά ως εκτελεστικούς βραχίονες, χωρίς τον αναγκαίο λόγο και χωρίς επαρκή εργαλεία. Η Πολιτική Προστασία παραμένει κατακερματισμένη σε πολλά επίπεδα διοίκησης, με αλληλοεπικαλύψεις και χρονοβόρες διαδικασίες, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στη δυναμική των σύγχρονων φυσικών φαινομένων. Έργα πρόληψης και θωράκισης μπορεί να καθυστερούν επί χρόνια, ενώ οι κίνδυνοι παραμένουν και συχνά εντείνονται.

Η πρόληψη, όμως, δεν είναι αφηρημένη έννοια. Περιλαμβάνει αντιπλημμυρικά έργα, καθαρισμούς ρεμάτων, αντιπυρικές παρεμβάσεις, διαχείριση καύσιμης ύλης, οργανωμένα σχέδια εκκένωσης, δομές προστασίας σε περιόδους καύσωνα ή ακραίων καιρικών φαινομένων. Όλα αυτά απαιτούν τοπικό σχεδιασμό, συνεχή παρουσία και ταχύτητα λήψης αποφάσεων, στοιχεία που μπορούν να διασφαλιστούν αποτελεσματικά σε επίπεδο δήμου, όταν υπάρχουν τα κατάλληλα θεσμικά εργαλεία.

Σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση αποτελεί το γεγονός ότι η σημερινή ηγεσία του υπουργείου Πολιτικής Προστασίας δείχνει ειλικρινή διάθεση διαλόγου με την Αυτοδιοίκηση. Ο ίδιος ο Γιάννης Κεφαλογιάννης έχει επιδείξει πρόθεση να ακούσει και να ανταποκριθεί στα αιτήματα του θεσμού. Ο διάλογος αυτός είναι αναγκαίος και θετικός. Δεν αρκεί, όμως, από μόνος του, όταν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχες αποφάσεις σε επίπεδο χρηματοδότησης και διάθεσης πόρων.

Όταν τα συναρμόδια υπουργεία δεν διαθέτουν τους απαιτούμενους πόρους, ακόμη και η καλύτερη πρόθεση εξαντλείται στα όρια της διαχείρισης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόγραμμα «Αιγίς», μέσω του οποίου διατέθηκαν περίπου 2,1 δισ. ευρώ για την ενίσχυση της Πολιτικής Προστασίας, σχεδόν αποκλειστικά σε κεντρικές κρατικές υποδομές και μηχανισμούς. Οι δήμοι, που σηκώνουν το βάρος της πρώτης απόκρισης, δεν ενισχύθηκαν ουσιαστικά, την ίδια στιγμή που οι προσλήψεις και η στελέχωση κινούνται κυρίως σε κεντρικό επίπεδο.

Το αποτέλεσμα είναι μια εμφανής αναντιστοιχία μεταξύ ευθύνης και χρηματοδότησης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Δήμος Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης, ο οποίος διαθέτει υπερσύγχρονες και αποτελεσματικές υποδομές Πολιτικής Προστασίας, επενδύοντας άνω του 1,1 εκατ. ευρώ ετησίως από ίδιους πόρους. Την ίδια στιγμή, η ετήσια κρατική χρηματοδότηση για τον σκοπό αυτό ανέρχεται σε περίπου 70.000 ευρώ, ποσό που δεν αντανακλά ούτε κατ’ ελάχιστον τις πραγματικές ανάγκες.

Η ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ Βαθμού στην Πολιτική Προστασία δεν συνιστά μετακύλιση ευθυνών. Αντιθέτως, αποτελεί επιλογή ρεαλισμού, αποτελεσματικότητας και θεσμικής ωριμότητας. Απαιτεί ξεκάθαρες αρμοδιότητες, σταθερούς πόρους, μόνιμο και εκπαιδευμένο προσωπικό και ένα πιο ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο που θα ευνοεί την πρόληψη και όχι απλώς την αποκατάσταση.

Η κλιματική κρίση δεν αφήνει περιθώρια για αποσπασματικές λύσεις ούτε για πολιτικές αντιπαραθέσεις εκ των υστέρων. Απαιτεί συνεργασία, εμπιστοσύνη και γενναίες αποφάσεις.

Σε αυτήν την εθνική προσπάθεια, η Τοπική Αυτοδιοίκηση Α’ Βαθμού πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο, μαζί με τους αναγκαίους πόρους, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στην ευθύνη που ήδη, στην πράξη, φέρει.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ