Γρ. Κωνσταντέλλος: Όταν φιμώνεται η Αυτοδιοίκηση, δεν κινδυνεύει μόνο το νερό, κινδυνεύει η Δημοκρατία

Γρ. Κωνσταντέλλος: Όταν φιμώνεται η Αυτοδιοίκηση, δεν κινδυνεύει μόνο το νερό, κινδυνεύει η Δημοκρατία

Του
ΓΡΗΓΟΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΛΟΥ
Δημάρχου Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης,
Α’ Αντιπροέδρου Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας


Υπάρχουν στιγμές που ένα πολιτικό γεγονός ξεπερνά κατά πολύ το αντικείμενο που αφορά. Δεν είναι πλέον μια διαφωνία για ένα νομοσχέδιο. Είναι μια δοκιμασία για τη λειτουργία των θεσμών και για την ποιότητα της δημοκρατίας μας.

Η επιλογή της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας να αποκλείσει από την ακρόαση των φορέων στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας, την Ένωση Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης, αλλά ακόμη και τη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τη διαχείριση των υδάτων και τις υποχρεωτικές συγχωνεύσεις των ΔΕΥΑ με τις ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ, συνιστά ένα πρωτοφανές θεσμικό ολίσθημα. Δεν πρόκειται για μια τυπική παράλειψη ούτε για ένα διαδικαστικό λάθος. Πρόκειται για μια συνειδητή πολιτική επιλογή.

Για πρώτη φορά αποκλείονται από μια τόσο κρίσιμη κοινοβουλευτική διαδικασία ακριβώς εκείνοι που εκπροσωπούν τους οργανισμούς οι οποίοι καλούνται να εφαρμόσουν τις αλλαγές που νομοθετούνται. Εκείνοι που διαχειρίζονται καθημερινά το νερό, που γνωρίζουν τις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και διαθέτουν την τεχνογνωσία και την εμπειρία της πράξης. Αντί η Βουλή να ακούσει όλες τις απόψεις πριν αποφασίσει, επέλεξε να ακούσει μόνο όσες επιβεβαιώνουν τις κυβερνητικές επιλογές. Αυτό δεν είναι διαβούλευση. Είναι προσχηματική διαδικασία που ακυρώνει στην πράξη τον κοινοβουλευτικό διάλογο και προσβάλλει ευθέως τους θεσμούς που εκπροσωπούν την Αυτοδιοίκηση.

Η Δημοκρατία, όμως, δεν φοβάται τον αντίλογο. Αντίθετα, τον επιδιώκει. Οι ισχυροί θεσμοί δεν λειτουργούν αποκλείοντας όσους διαφωνούν. Λειτουργούν μέσα από τον διάλογο, τη σύνθεση και την αντιπαράθεση επιχειρημάτων. Όταν η πολιτεία αποφεύγει να ακούσει τους θεσμικούς εκπροσώπους της Αυτοδιοίκησης, δεν αποδυναμώνει την ΚΕΔΕ ή τις ΔΕΥΑ. Αποδυναμώνει την ίδια τη νομοθετική διαδικασία και, τελικά, την εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο επειδή αφορά το νερό. Ένα δημόσιο αγαθό απολύτως συνδεδεμένο με τη δημόσια υγεία, την κοινωνική συνοχή, την προστασία του περιβάλλοντος και την αναπτυξιακή προοπτική κάθε τόπου. Οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης δημιουργήθηκαν για να υπηρετούν τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών, με γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε περιοχής και με λογοδοσία απέναντι στους πολίτες. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι το υφιστάμενο μοντέλο δεν χρειάζεται αλλαγές. Χρειάζεται εκσυγχρονισμό, χρηματοδότηση, ενίσχυση των υποδομών και εξυγίανση όπου απαιτείται. Οι μεταρρυθμίσεις, όμως, δεν επιβάλλονται ερήμην εκείνων που καλούνται να τις εφαρμόσουν.

Το νομοσχέδιο εισάγει υποχρεωτικές συγχωνεύσεις δημοτικών επιχειρήσεων με τις ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ σε εκτεταμένες γεωγραφικές περιοχές. Πρόκειται για μια επιλογή που μεταβάλλει ριζικά τον τρόπο διαχείρισης ενός κρίσιμου δημόσιου αγαθού και επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών. Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί με αυτήν την κατεύθυνση. Εκείνο, όμως, που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι να στερείται από την Αυτοδιοίκηση το στοιχειώδες δικαίωμα να παρουσιάσει δημόσια τις θέσεις της ενώπιον της εθνικής αντιπροσωπείας.

Δυστυχώς, το περιστατικό αυτό δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Όσοι υπηρετούμε την τοπική αυτοδιοίκηση διαπιστώνουμε τα τελευταία χρόνια μια σταθερή και συστηματική υποβάθμιση του θεσμικού της ρόλου από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Το έχουμε ζήσει στις πολεοδομικές αρμοδιότητες. Το έχουμε ζήσει στον χωροταξικό σχεδιασμό. Το ζήσαμε με τον καταστροφικό Νέο Οικοδομικό Κανονισμό, όταν επιχειρήθηκε, μέσα από οριζόντια πολεοδομικά κίνητρα, να επιτραπεί μια άνευ προηγουμένου αύξηση της δόμησης, χωρίς καμία πρόβλεψη για τις αντοχές των πόλεων, τις υποδομές και την ποιότητα ζωής των κατοίκων. Ήταν η Αυτοδιοίκηση που ύψωσε το ανάστημά της, προσέφυγε στη Δικαιοσύνη, υπερασπίστηκε τον δημόσιο χώρο και τη φυσιογνωμία των πόλεων και δικαιώθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, αποτρέποντας μια εξέλιξη με μη αναστρέψιμες συνέπειες για τον πολεοδομικό σχεδιασμό της χώρας. Αντί αυτή η εμπειρία να οδηγήσει σε μια νέα σχέση εμπιστοσύνης και ουσιαστικού διαλόγου, βλέπουμε να επαναλαμβάνεται η ίδια λογική: Αποφάσεις χωρίς διαβούλευση, συγκεντρωτισμός χωρίς λογοδοσία και απαξίωση των θεσμών της Αυτοδιοίκησης. Σήμερα αυτό εκδηλώνεται στο νερό. Αύριο μπορεί να αφορά οποιαδήποτε άλλη κρίσιμη δημόσια πολιτική.

Η φιλοσοφία είναι πάντοτε η ίδια: Περισσότερη συγκέντρωση εξουσιών στο κέντρο, λιγότερη εμπιστοσύνη στους δήμους. Περισσότερες αποφάσεις πίσω από κλειστές πόρτες, λιγότερη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Πρόκειται για μια αντίληψη που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις συνταγματικές αρχές της διοικητικής αποκέντρωσης και της εγγύτητας των αποφάσεων προς τον πολίτη. Και όσο αυτή η αντίληψη κυριαρχεί τόσο απομακρυνόμαστε από ένα σύγχρονο, αποτελεσματικό και πραγματικά αποκεντρωμένο κράτος.

Η Αυτοδιοίκηση δεν διεκδικεί προνόμια. Διεκδικεί τον αυτονόητο θεσμικό σεβασμό. Οι δήμοι δεν είναι παρατηρητές των εξελίξεων ούτε εκτελεστικοί βραχίονες της κεντρικής διοίκησης. Είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος πυλώνας της δημόσιας διοίκησης και οι άμεσοι εκφραστές των τοπικών κοινωνιών. Όταν η φωνή τους αποκλείεται από τη Βουλή, αποκλείονται ουσιαστικά οι πολίτες που εκπροσωπούν.

Η χώρα χρειάζεται μεταρρυθμίσεις. Χρειάζεται όμως και θεσμούς που λειτουργούν με διαφάνεια, σεβασμό και δημοκρατική νομιμοποίηση. Καμιά μεταρρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένη, όταν ξεκινά αποκλείοντας εκείνους που γνωρίζουν καλύτερα την πραγματικότητα και θα κληθούν να την εφαρμόσουν. Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος οφείλει να αντιληφθεί ότι η τοπική αυτοδιοίκηση δεν αποτελεί εμπόδιο στις μεταρρυθμίσεις. Είναι ο φυσικός τους σύμμαχος, όταν αυτές σχεδιάζονται με ειλικρινή διάλογο, θεσμικό σεβασμό και πραγματική διάθεση συνεργασίας. Γιατί στο τέλος της ημέρας το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος διαχειρίζεται το νερό. Είναι αν η χώρα επιλέγει να κυβερνά με τη συμμετοχή των θεσμών ή με τον αποκλεισμό τους.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ