
Γ. Σαρακιώτης στο “Π”: Το διεθνές σύστημα σε περιδίνηση
Του
ΓΙΑΝΝΗ ΣΑΡΑΚΙΩΤΗ
Ανεξάρτητου Βουλευτή Φθιώτιδας, Δικηγόρου
Η συνεχιζόμενη αστάθεια στη Μέση Ανατολή καθώς και ο εξελισσόμενος πόλεμος στην Ουκρανία μαρτυρούν ότι η μετάβαση προς το νέο, πολυπολικό διεθνές σύστημα είναι εξαιρετικά επώδυνη σε όλα τα επίπεδα. Οι συνέπειες του πολέμου στο Ιράν έχουν ήδη φανεί σε οικονομικό και διπλωματικό επίπεδο, αν και η μείζων και προς το παρόν αθέατη πλευρά αφορά τη σοβούσα ανθρωπιστική κρίση, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται υπό την απειλή στέρησης στοιχειωδών αγαθών, όπως η ομαλή πρόσβαση σε καθαρό νερό.
Οι ΗΠΑ, μέσω της απόφασής τους να πλήξουν το Ιράν, κατέστησαν σαφές ότι ο βασικός αντίπαλός τους κατά τη μετάβαση στο νέο διεθνές σύστημα είναι η Κίνα, η οποία αποτελεί τον κύριο καταναλωτή του ιρανικού πετρελαίου, απορροφώντας άνω του 80% της παραγωγής της Τεχεράνης. Προηγήθηκε η Βενεζουέλα και η βίαιη αναπροσαρμογή των διεθνών συμφωνιών μεταξύ Καράκας και Πεκίνου, ακολούθησε o Παναμάς και η ακύρωση μέσω δικαστικών αποφάσεων των συμφωνιών με την Κίνα και τώρα έφτασε η σειρά του Ιράν, ενός σημαίνοντος ενεργειακού τροφοδότη της σινικής ανάπτυξης.
Είναι ηλίου φαεινότερο ότι οι ΗΠΑ –και το Ισραήλ– γνώριζαν εξαρχής ότι η ήττα του Ιράν δεν θα επερχόταν αποκλειστικά διαμέσου των στρατηγικών βομβαρδισμών. Ευσεβής πόθος των Τραμπ και Νετανιάχου ήταν ο ιρανικός λαός να εξεγερθεί και να ανατρέψει το ισλαμιστικό καθεστώς, αναζητώντας διέξοδο προς μια δυτικού τύπου δημοκρατία. Είναι προφανές, πλέον, ότι επρόκειτο για φενάκη, καθότι οι μηχανισμοί καταστολής στο εσωτερικό αποδεικνύονται ιδιαιτέρως σκληροί και αποτελεσματικοί, ενώ διάφορες μειονοτικές εθνοτικές ομάδες, όπως οι Αζέροι και οι Κούρδοι, φαίνονται απρόθυμες να εμπλακούν σε μια περιπέτεια σύγκρουσης με τους «Φρουρούς της Επανάστασης».
Συνεπώς, η Ουάσινγκτον βρίσκεται ενώπιον μιας πρώτης στρατηγικής ήττας, μετά και το ναυάγιο των διαβουλεύσεων στο Ισλαμαμπάντ. Η παράταση της σύγκρουσης ενισχύει την αύξηση των τιμών του αργού πετρελαίου και την ενεργειακή ανασφάλεια, ενώ υποσκάπτει συνολικά το διεθνές εμπόριο και τη ναυτιλία, καθώς οι διελεύσεις από τα Στενά του Ορμούζ δεν αφορούν μόνο το πετρέλαιο αλλά και τεράστιες ποσότητες πρώτων υλών, σιτηρών και πετροχημικών. Είναι ενδεικτικό το στοιχείο ότι περίπου το 1/3 της παγκόσμιας παραγωγής λιπασμάτων εξέρχεται από τον Περσικό Κόλπο, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις επιπτώσεις του πολέμου στον πρωτογενή τομέα.
Υπό το βάρος των ως άνω δεδομένων, η ανάγκη για την Ελλάδα να επιτελέσει τον ρόλο του πυλώνα της γεωπολιτικής σταθερότητας και ασφάλειας τεκμαίρεται ως αδήριτη. Από τη μία πλευρά, οι ΗΠΑ ενισχύουν την παρουσία τους στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο, ωστόσο, από την άλλη γεννάται και μεγάλη δυσαρέσκεια για τις συνέπειες της πολιτικής τους στο οικονομικό πεδίο (τουρισμός, μεταφορές, τιμές πετρελαίου) μεταξύ τόσο των αραβικών κρατών όσο και των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μεγάλες Δυνάμεις, όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Μεγάλη Βρετανία, εμφανίζονται ιδιαιτέρως διστακτικές να ακολουθήσουν την επεμβατική τακτική του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ και τα αναπτυγμένα κράτη του Κόλπου πιέζουν προς άμεση αποκλιμάκωση, καθόσον δεν επιθυμούν να θέσουν σε κίνδυνο την ευμάρειά τους.
Εμφορούμενη από τη γεωγραφική θέση της και τους ιστορικούς παράλληλους δεσμούς της με τη Δύση και την Ανατολή, η Ελλάδα διαθέτει μια σημαντική ευκαιρία να διαδραματίσει εποικοδομητικό διαμεσολαβητικό ρόλο, αντί να μετατρέπεται σε μέρος της σύγκρουσης και να καλείται απλώς να διαχειρίζεται τα επίχειρα του πολέμου, όπως μια πιθανότατη νέα προσφυγική κρίση. Τα τελευταία χρόνια, η πατρίδα μας έχει απωλέσει σειρά ευκαιριών να διευρύνει το διπλωματικό κεφάλαιό της και είναι βέβαιο ότι δεν έχει την πολυτέλεια για άλλες ήττες, οι οποίες θα περιστείλουν περαιτέρω τη διεθνή θέση της.