Ω, ΒΑΛΕΝΤΙΝΟ, ΒΑΛΕΝΤΙΝΟ, ΒΑΛΕΝΤΙΝΟ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙΣ, ΕΙΜΑΙ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΕ ΓΔΥΝΩ
Στίς γειτονιές τών Χριστιανών κάθε μέρα γιορτούλα κι οι δίσκοι οι ιπτάμενοι γιομίζουν τήν «σακούλα».
Στίς γειτονιές τών Χριστιανών κάθε μέρα γιορτούλα κι οι δίσκοι οι ιπτάμενοι γιομίζουν τήν «σακούλα».
Όταν ζείς στήν κοινωνία κοίταξε νά γνωρίζεις ποιός είναι ο γείτονάς σου νά τόν καλημερίζεις.
Μιά κυρία απ’ τήν Ασία πρίν ελάχιστων ετών γύρισε καί είδε νέα περασμένων γενεών.
Έκπαλαι καί από καιρό είχα μία δασκάλα αιμοβόρα καί αυστηρή σκληρή πέτρινη σκάλα.
Από παιδί επίστευα στήν Γη τού Παραδείσου νά ζώ αγαπημένη μου αιώνια μαζί σου.
Σέ νέων τη συγκέντρωση τό πάθος συγκεντρώνει ποία ομάδα θά νικά καί ποιά θά μαραζώνει.
Τό κοίταγαν ψηλά βουνά κι αυτό χαμογελούσε μπροστά του ήταν ο γιαλός μέ κύμα πού βοούσε.
Τώρα τά δέντρα κόπτονται γίνεται πανηγύρι μέ λάμπες τά φωτίζουμε αλλά ποίος θά σπείρει,
Τελείωσαν οι γειτονιές άλλαξε τό τοπίο οι πόλεις αλλοπρόσαλλες γίνανε μαστροπείο.
Ένα πρωί τήν πόρτα μου άκουσα νά χτυπάνε όπως καμπάνες χάλκινες μές στίς γιορτές βαράνε.
Ήταν η σύναξη σαφής ώς μία χορωδία πού έψελνε τά θλιβερά λές κι ήτανε κηδεία.
Στούς δρόμους μόνος περπατώ τίποτα δέν γνωρίζω όπου τά μάτια κι άν στραφούν βλέπω παντού τό γκρίζο.
Τό σπίτι ήταν μαγικό μεγάλωνα μαζί του μ’ αγκάλιαζε όλο στοργή κι έχαιρα τήν στοργή του.
Δέν φταίει η Κυβέρνηση γράφε: Ούτε οι άλλες οι μεθυσμένοι συνεχώς πίνουν, σπάνε μπουκάλες.
Λένε πολλά γιά αλλαγή κι όλοι χειροκροτούνε στόν Κόσμο τόν αόρατο δέν ξέρουν τί νά πούνε.