ΑΧ, ΑΤΙΜΗ ΖΩΗ, ΔΕΝ ΣΟΥ ΕΧΩ ΠΛΕΟΝ ΚΑΜΙΑ ΜΠΕΣΑ, ΜΕ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΚΑΙ ΜΕ ΤΑ ΛΙΓΑ ΜΕΣΑ
Φεγγοβολά Αυγερινός καί στά νεκροταφεία η Πούλια μαστουρώνεται μέ τήν γεωγραφία...
Φεγγοβολά Αυγερινός καί στά νεκροταφεία η Πούλια μαστουρώνεται μέ τήν γεωγραφία...
Σήκωσε ο Δάσκαλος τόν νιό κι ερώτηση τού κάνει: «Τί είναι, πές μου, η Βουλή καί τί αστέρια…
Πήρα μιά μέρα τά βουνά κοντά στό μεσημέρι δέν γνώριζα πού περπατώ δέν ήξερα τά μέρη.
Τό όνειρό μου ήτανε μία ωραία πόλη γιά σιγουριά ερώτησα τόν φίλο Αποστόλη
Χάθηκε, πάει ο καιρός σύννεφα τόν σκεπάζουν οι νύχτες επελαύνουνε οι άνθρωποι τρομάζουν.
Σέ μίαν χώρα πονηρά νεκρών υπάρχουν τρύπες εκεί πετάνε τούς νεκρούς οι ζωντανοί κι οι Γύπες.
Ήταν ο δρόμος σκοτεινός καί αδειανός συνάμα καί μέ τά ξόρκια οι θνητοί περίμεναν τό θαύμα
Μέ κοίταζε εμβρόντητος περίμενε κουβέντα εδώ στό καταχείμωνο, καί σκέφτηκα πατέντα
Η Άνοιξη τελείωσε Χειμώνας δεν υπάρχει τό Καλοκαίρι κάηκε Φθινόπωρο ώς μάχη
Χαθήκαν οι μοσχοβολιές σαπίσανε τά πάντα ξεράθηκαν οι κήποι σου - μήν κλαίς, Κυρά Μιράντα.
Τό τί θά πεί πολιτισμός σκάψε τήν γή θά μάθεις εκεί θά βρείς αλλόκοτα καί τότενες θά πάθεις.
Αλλάξανε τά χρώματα καί γίνανε μητέρες καί μερικά γδυθήκανε λές κι ήτανε ετέρες.
Γκρίζος ξανά ο ουρανός σύννεφα κατεβαίνουν θά βρέξεις πάλι ουρανέ; Στά σπίτια τώρα μπαίνουν
Βαθιά στά εργαστήρια φτιάχτηκε τό «παιδάκι» ώς μία Νέα τράπεζα: ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΑΡΑΔΑΚΙ.
Τό σπίτι ήτανε κλειστό μά καί παρατημένο μόνο στήν πόρτα τήν κλειστή σκουπίδια φορτωμένο.