
Απ. Αποστόλου στο “Π”: Υπάρχει κουλτούρα πολιτικής ευθύνης στη χώρα μας;
«Είναι αλήθεια ότι δεν είσαι υπεύθυνος για το ποιος είσαι, αλλά είσαι υπεύθυνος για αυτό που κάνεις με αυτό που είσαι»
(Ζαν Πωλ Σαρτρ)
Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
Ο Χανς Γιόνας, ο θεωρητικός της αρχής της ευθύνης σ’ έναν μελλοντικό κόσμο, ισχυρίζεται ότι η αρχή της ευθύνης πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε δράση του ανθρώπου και να προϋποθέτει τις μελλοντικές συνέπειες των επιλογών και των πράξεών του. Αυτό βέβαια δεν αποτελεί κάτι καινούργιο, απλώς ο Γιόνας αναπαράγει μια δομή του υπερβατολογικού καντιανού διαλόγου.
Και μας τονίζει: «Να ενεργείς με τέτοιο τρόπο ώστε τα αποτελέσματα της δράσης σου να είναι συμβατά με τη συνέχιση μιας αυθεντικά ανθρώπινης ζωής». Ουσιαστικά πρόκειται για μια καντιανή μεθερμηνεία του «κάνω / οφείλω» σ’ ένα «οφείλω / πράττω», δημιουργώντας, έτσι, ένα κλάσμα της ηθικής κηδεμονίας μεταξύ δύο τιμών: «καθήκοντος του φόβου» και «θάρρους της ευθύνης».
Κάπως έτσι και ο Μαξ Βέμπερ, στο δοκίμιο του «Η Πολιτική ως Επάγγελμα», μιλούσε για την ηθική της ευθύνης στην πολιτική, τονίζοντας ότι η φιλοδοξία του πολιτικού θα πρέπει να είναι «η συμμετοχή στην εξουσία ή η άσκηση κάποιας επιρροής στην κατανομή της εξουσίας, τόσο μεταξύ κρατών όσο και μέσα σε ένα κράτος, λειτουργώντας όμως με υπευθυνότητα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων και στα πλαίσια των ηθικών ορίων».
Τα παραπάνω θεωρητικά υψίπεδα των δασκάλων της γνώσης φαίνεται πως πάνε περίπατο στο πάρκο της αδιαφορίας και του ετσιθελισμού της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας. Εδώ, ο ρυθμός της πολιτικής πρακτικής επινοεί αλλόκοτες αξιωματικές παραδοχές. Δεν νιώθουμε την ανάγκη να στηρίζουμε τέτοια θεωρητικά εργαλεία γιατί κρίνουμε ότι αποτελούν αφηρημένες ενασχολήσεις. Συνηθίσαμε να ρίχνουμε στο έλος κάθε προβληματισμό, κάθε επινοητικότητα, που πάει πέρα από τη συνήθεια μιας εγχώριας τάξης πραγμάτων. Επιπλέον, ουδείς ευθύνεται για ό,τι έχει συμβεί. Έτσι, προσγειώνουμε το βλέμμα μας κάθε φορά στη διάταξη των συμβιβασμών και της σχηματοποιημένης παραδοχής.
Δείτε, για παράδειγμα, τι συμβαίνει με την τραγωδία των Τεμπών. Κάποιοι πασχίζουν να δημιουργήσουν τις εξαιρέσεις των ευθυνών. Εξάλλου, η γραμματική μορφή της πολιτικής ηγεσίας της ΝΔ ακουμπά την αντιστρεπτή ηθική εδώ και καιρό. Το ζήσαμε και με τις υποκλοπές, το ζούμε και σήμερα με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, θα το ζήσουμε και με το αναδυόμενο σκάνδαλο του Ταμείου Ανάκαμψης. Έτσι, στο ερώτημα για το κατά πόσο θεωρούνται υπεύθυνοι οι αρμόδιοι υπουργοί της ΝΔ στα παραπάνω σκάνδαλα η κυβέρνηση δηλώνει ότι η ευθύνη ανήκει στις προηγούμενες κυβερνήσεις που οργάνωσαν τις παθογένειες της δημόσιας διοίκησης. Παράλληλα, με μια πλασματική θριαμβευτική ηθικής που έχει επινοήσει και την εκφράζει ως προσευχή μεγαλοπρεπούς πολιτικής (είναι η ηθική του παπικού αλάθητου), αποδοκιμάζει όσους κάνουν αναφορά σε σκάνδαλα της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση, με την υψηλοφροσύνη που διαθέτει, αποκλείει σκάνδαλά της. «Μην αγγίζετε την κυβέρνηση, αποτελεί βαρβαρότητα μια τέτοια ενέργεια», μας λένε οι κυβερνητικοί παράγοντες και οι λαχανιασμένοι δημοσιογράφοι-λιβανιστές της.
Την παραπάνω πορεία της καθίζησης της ηθικής φαίνεται να αποδέχεται και μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού. Ο ελληνικός λαός, αφημένος σε μια δοξαστική «κωδίκωση» του γενικού ξοδέματος της ζωής, ως δαπάνη, απώλεια, θυσία, σπατάλη, απομυθοποιεί τις αξίες και τις καθιστά αδιάφορες, μη μετρήσιμες και διαρκώς εξορισμένες από την αναγκαιότητα.
Έτσι εξηγείται γιατί αρχικά ο ελληνικός λαός κοιτάζει τη φρίκη με απορία για όσα ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια του, αλλά στη συνέχεια συγχωρεί. Όλο αυτό συμβαίνει ως αποτέλεσμα της δηλητηριασμένης συνήθειάς του και της παραπαίουσας συναινετικότητάς του. Έτσι και αλλιώς, βρισκόμαστε σε μόνιμη ηθική νεκροφάνεια, ζώντας το απόλυτο κενό των ευθυνών και τη μηδενική βαρύτητα του ορατού της πραγματικότητας.
Την ίδια στιγμή, η «ελευθεριακή ακράτεια» ενός εξελληνισμένου νεοφιλελευθερισμού της ΝΔ, κάτω από ένα μεταμοντέρνο politically correct, μεταρρυθμίζει ό,τι παλιά εθεωρείτο ως γενική κατάκτηση και κατανόηση της πολιτικής ηθικής, χαράσσοντας έτσι μια νέα απαίτηση για διόρθωση ή μετάλλαξη, απομακρύνοντας όμως το εννοιακό και συμβολικό περιεχόμενο των πολιτικών στάσεων και συμπεριφορών, καθιστώντας όλη εκείνη την πολιτική κληρονομικότητα (που υπεράσπιζε πολιτικές ηθικές) προσποιητή και αδιάφορη ενός βεβαρημένου παρελθόντος.
Η ΝΔ αναζητά έναν συμψηφισμό με κόμματα που κυβέρνησαν στο παρελθόν τη χώρα, κάτι που αποτελεί αφιονοτόπι συγκάλυψης και λύτρωσης, δείγμα του ότι ο ηθικός θάνατος έχει καλύψει όλες τις πολιτικές προοπτικές της ΝΔ, όπου μπορούν τα σκάνδαλα να αντικρίζονται, αλλά να μην αναγνωρίζονται και να μην αγγίζονται.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ