Απ. Αποστόλου στο “Π”: Το «κενό» σημαίνον της πολιτικής

Απ. Αποστόλου στο “Π”: Το «κενό» σημαίνον της πολιτικής

Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας


Πώς εγγράφεται η αδυνατότητα της δημοκρατίας και του πολιτικού εγχειρήματος σε μια μετα-καπιταλιστική, ψηφιακή κοινωνία; Πρώτα από όλα, η δημοκρατία θεμελιώνεται με όρους ουσιοκρατίας, όπως ο λόγος των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων, της ισότητας, της κοινωνικής ευημερίας, της δικαιοσύνης, της ισονομίας, της διάκρισης των εξουσιών, την ομαλή λειτουργία των θεσμών κ.λπ. Όμως, όλα τα παραπάνω σήμερα αποτελούν αφηρημένους δυνητικούς τόπους οι οποίοι προσδιορίζονται από μια ερμηνευτική διασταλτική πολλαπλότητα. Γίνονται συμβολοποιήσεις οι οποίες εισάγουν ένα «κενό» σημαίνον, μια απουσία του πραγματικού.

Μια ενδιαφέρουσα άποψη για τη δημοκρατία είναι εκείνη του Ζακ Λακάν, έτσι όπως την αναπτύσσει ο Σλαβόι Ζίζεκ. Η δημοκρατία αποτελεί μια κοινωνικοπολιτική τάξη όπου ο λαός δεν υπάρχει ως ενότητα ενσαρκωμένη στον μοναδικό της αντιπρόσωπο. Γιατί τι μπορεί να είναι ο λαός, αν δεν είναι το σύνολο των υποκειμένων της εξουσίας; Και επειδή ο λαός δεν μπορεί να κυβερνήσει άμεσα τον εαυτό του, η θέση της εξουσίας θα πρέπει να παραμένει πάντοτε μια θέση κενή. Έτσι, κάθε πρόσωπο που την καταλαμβάνει μπορεί να το κάνει μόνο προσωρινά, σαν ένα είδος αναπληρωτή, δηλαδή σαν ένα υποκατάστατο του πραγματικού αδύνατου κυρίαρχου. (Σλαβόι Ζίζεκ)

Εδώ όμως τίθεται και ένα ερώτημα: Αυτή η συνθήκη αποτελεί δημοκρατία ή ολιγαρχία; Μήπως είμαστε χιμαιρικοί αν μιλάμε για δημοκρατία και βρισκόμαστε κάτω από εναλλακτικές ολιγαρχίες; Και αυτό γιατί τα αντιπροσωπευτικά σώματα ούτε νομοθετούν αλλά ούτε και ελέγχουν. Αυτό που ουσιαστικά κάνουν είναι να επικυρώνουν τις αποφάσεις των κυβερνήσεων, ενώ οι προτάσεις που κατατίθενται στο κοινοβούλιο προς ψήφιση έχουν φτιαχτεί από τεχνοκράτες, χωρίς τη συμμετοχή των πολιτών. Ταυτόχρονα, τα πολιτικά κόμματα αποτελούν ολιγαρχικούς οργανισμούς, οι οποίοι αρνούνται την αξιοκρατία και, ως απολιθωμένοι σκελετοί, αρνούνται να σηκώσουν το βάρος των αληθινών αλλαγών. Ενώ οι θεσμοί, ως ψωραλαία σκέλεθρα, έχουν απολέσει την κοινωνική λειτουργικότητά τους, έχουν αυτονομηθεί και ευλογούν την παντοδυναμία τους. Πίσω από τους θεσμούς υπάρχει μια χορεία επιφανών αφανών, οι οποίοι λειτουργούν με συναινετικές επιλογές και στη λογική των ίσων αποστάσεων.

Την ίδια στιγμή, ο πολίτης ουδετεροποιείται μπροστά σε μια αυτονομημένη τεχνοεξουσία, η οποία ελέγχει την κανονιστικότητα. Έτσι, η δημοκρατία (ολιγαρχία) γίνεται κοινοβουλευτισμός, ο οποίος είναι συνυφασμένος με την κομματική λειτουργία και το πολιτειακό κράτος, μέσα στο οποίο κυριαρχεί η διαπλοκή και η διαφθορά. Το παραπάνω σχήμα, εμείς, ως χώρα, το ζούμε και μάλιστα με έξαρση εδώ και έξι χρόνια. Να γιατί πολλοί αναρωτιούνται γιατί η δημοκρατία έχει καταστεί κλίνη του Προκρούστη. Γιατί η δημοκρατία με μια αντισταθμιστική μετάθεση διευθετείται ως ολιγαρχία.

Αν τώρα δούμε και τα νέα δεδομένα που αναπτύσσονται στην εποχή μας, εκεί όπου ο κυβερνοχώρος αλλάζει τις πιο βασικές πεποιθήσεις μας, μέσα σ’ έναν δυνητικό και ψηφιακό κόσμο, όπου η πραγματικότητα πρέπει να χωρέσει στις συγκεκριμένες συντεταγμένες ενός ψευδεπίγραφου μοντέλου ζωής, τότε όμως ακόμη και η ιδέα της δημοκρατίας μοιάζει σαν να έρχεται από άλλον πλανήτη. Γιατί η ψηφιακή εποχή μας ερεθίζει τα κοινωνικά αντανακλαστικά ενός μαζικού ηδονισμού, όπου η άγνοια γίνεται επιχείρημα. Τι προκύπτει όμως μέσα από μια τέτοια ετεροκαθορισμένη σχέση; Προκύπτει ένας λαϊκοποιημένος εγωισμός (grandiose self, Χέιζ Κοχούτ) με μια κατά φαντασία παντογνωσία (πολίτες ξερόλες), μια άκρατη συνωμοσιολογία (αντι-υπόδειγμα πολιτικής όλο αυτό), ο οποίος (λαϊκοποιημένος εγωισμός) αναπτύσσει ένα νευρωσικό σύμπλεγμα στις μάζες, γιατί ματαιώνεται ο ναρκισσισμός της φαντασίας των μαζών και η ευχαρίστησή τους γίνεται μια διαρκής έλλειψη.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ