
Ο Ρούμπιο, η «17Ν» και τα εγχώρια τραύματα
Μιλώντας στις 16 Ιουλίου, στην Ουάσινγκτον, κατά την έναρξη της Υπουργικής Διάσκεψης για την Αναζωπύρωση της Πολιτικής Τρομοκρατίας, ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έκανε ειδική ονομαστική αναφορά στα εγχώρια τραύματα της «17 Νοέμβρη». Στην ομιλία του, ο Ρούμπιο σημείωσε χαρακτηριστικά: «Για πολύ καιρό, οι δυτικές κοινωνίες επέδειξαν μια επικίνδυνη ανοχή, επιτρέποντας σε ομάδες όπως η ‘‘17 Νοέμβρη’’ στην Ελλάδα να κρύβουν την ωμή τρομοκρατία τους πίσω από τον μανδύα της δήθεν πολιτικής ιδεολογίας και της κοινωνικής αντίστασης».
Αν και οι διαπιστώσεις του ξυπνούν οδυνηρές μνήμες, η ευρύτερη οπτική του Ρούμπιο διακατέχεται από μια κλασική, ακραία συντηρητική υπερβολή. Στη ρητορική του διαφαίνεται η επικίνδυνη τάση της αμερικανικής Δεξιάς να τσουβαλιάζει κάθε μορφή κοινωνικής αντίδρασης, διαδήλωσης ή αντισυστημικής διαμαρτυρίας κάτω από τη βολική ομπρέλα της τρομοκρατίας. Ως μια μετριοπαθής και δημοκρατική κοινωνία, οφείλουμε να απορρίψουμε αυτό το αυταρχικό δόγμα, το οποίο εργαλειοποιεί την ασφάλεια προκειμένου να ποινικοποιήσει τη θεμιτή διεκδίκηση.
Ταυτόχρονα, όμως, δεν έχουμε την πολυτέλεια να εθελοτυφλούμε απέναντι στις δικές μας παθογένειες. Στην Ελλάδα, η τυφλή βία έχει αφήσει βαθιές ουλές. Από τις εν ψυχρώ δολοφονίες της «17Ν» μέχρι την καταστροφική μανία στους δρόμους, την περίοδο της οικονομικής κρίσης, ένα τμήμα της κοινωνίας ανέχτηκε την εκτροχιασμένη οργή, νομιμοποιώντας την ως δίκαιη αγανάκτηση.
Το πιο πρόσφατο, τραγικό περιστατικό της επίθεσης με γκαζάκια, που στοίχισε τη ζωή σε μια ανυποψίαστη γυναίκα, αποτελεί την πιο αμείλικτη υπενθύμιση. Η λεγόμενη «χαμηλής έντασης βία» δεν έχει απολύτως τίποτα το προοδευτικό ή το ρομαντικό, διότι στο τέλος δολοφονεί.
Η στάση μας απέναντι στο φαινόμενο απαιτεί δημοκρατική νηφαλιότητα. Απορρίπτουμε κατηγορηματικά τη λογική Ρούμπιο, που βαφτίζει αυθαίρετα «τρομοκράτη» όποιον αντιδρά στο σύστημα. Παράλληλα, όμως, δεν δείχνουμε καμία απολύτως ανοχή στους εγχώριους θιασώτες των άκρων. Η δημοκρατία έχει τον χώρο και την ωριμότητα να διαχωρίζει τους κοινωνικούς αγώνες από τον φονικό εξτρεμισμό.