
Απ. Αποστόλου στο “Π”: Πώς συγκρούεται η κυβερνητική εξουσία με την κοινωνία
Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
Τα τελευταία χρόνια, διαμορφώνεται με ολοένα και μεγαλύτερη σαφήνεια ένα κυβερνητικό πρότυπο που δεν επιδιώκει τη σύνθεση και τον κοινωνικό διάλογο, αλλά την επιβολή. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη μοιάζει να αντιπαλεύει κάθε κοινωνική έκφραση που αμφισβητεί τις επιλογές της, υπονομεύοντας συστηματικά τα κοινωνικά συμφέροντα και περιορίζοντας τον δημόσιο χώρο της δημοκρατικής διεκδίκησης. Από το έγκλημα των Τεμπών και το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων μέχρι τη διαχείριση του ΟΠΕΚΕΠΕ και την αντιμετώπιση των αγροτικών κινητοποιήσεων, αναδύεται ένα ενιαίο πολιτικό μοτίβο, εκείνο της αδιαφάνειας, του αυταρχισμού και της απαξίωση της κοινωνίας.
Η τραγωδία στα Τέμπη αποτέλεσε σημείο καμπής. Όχι μόνο λόγω του ανείπωτου ανθρώπινου πόνου και της απώλειας δεκάδων νέων ανθρώπων, αλλά επειδή αποκάλυψε με δραματικό τρόπο τις συνέπειες μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει τις δημόσιες υποδομές ως κόστος και όχι ως κοινωνικό αγαθό. Η χρόνια υποχρηματοδότηση, η ιδιωτικοποίηση κρίσιμων λειτουργιών και η απουσία ουσιαστικών συστημάτων ασφάλειας δεν ήταν «ατυχίες» αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Αντί η κυβέρνηση να αναλάβει την πλήρη πολιτική ευθύνη και να εγγυηθεί τη διαλεύκανση της υπόθεσης, επέλεξε τη γνωστή οδό της επικοινωνιακής διαχείρισης, της μετάθεσης των ευθυνών και της υποβάθμισης των αιτιών. Η κοινωνική οργή, που εκφράστηκε μαζικά στους δρόμους, δεν ήταν υπερβολή αλλά αποτελούσε την απαίτηση της δικαιοσύνης.
Παρόμοια είναι η στάση της κυβέρνησης στο σκάνδαλο των παρακολουθήσεων, ένα από τα σοβαρότερα θεσμικά ζητήματα της Μεταπολίτευσης. Η αποκάλυψη ότι πολιτικοί αντίπαλοι, δημοσιογράφοι και πολίτες βρέθηκαν υπό καθεστώς παρακολούθησης, με τη χρήση τόσο «νόμιμων» επισυνδέσεων όσο και παράνομων λογισμικών, συνιστά ευθεία προσβολή του κράτους δικαίου. Αντί για πλήρη διαφάνεια, η κυβέρνηση επέλεξε τη συσκότιση, δηλαδή τον περιορισμό των αρμοδιοτήτων της ΑΔΑΕ, τα θεσμικά εμπόδια στη διερεύνηση της υπόθεσης και την απαξίωση όσων επιμένουν να ζητούν απαντήσεις. Η ελευθερία του Τύπου και η προστασία της ιδιωτικότητας αντιμετωπίστηκαν ως ενοχλητικές λεπτομέρειες, όχι ως πυλώνες της δημοκρατίας.
Στον αγροτικό τομέα, η εικόνα δεν διαφέρει. Η διαχείριση του ΟΠΕΚΕΠΕ και οι επαναλαμβανόμενες αγροτικές κινητοποιήσεις αποκαλύπτουν την πλήρη αποσύνδεση της κυβερνητικής πολιτικής από τις πραγματικές ανάγκες της πρωτογενούς παραγωγής. Οι αγρότες βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα εκρηκτικό κόστος παραγωγής, με ενεργειακή ακρίβεια, με αβεβαιότητα στις επιδοτήσεις και ένα διοικητικό σύστημα που λειτουργούσε και εξακολουθεί να λειτουργεί αυθαίρετα. Οι καταγγελίες για αδιαφανείς διαδικασίες, με καθυστερήσεις και άνισες μεταχειρίσειςν δεν αντιμετωπίστηκαν με ουσιαστικό διάλογο αλλά με απαξίωση και καταστολή. Παράλληλα, οι κινητοποιήσεις παρουσιάστηκαν ως αντικοινωνικές, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούσαν κραυγή αγωνίας για επιβίωση.
Το κοινό νήμα που συνδέει όλα τα παραπάνω είναι η επιλογή μιας κυβέρνησης να κυβερνά χωρίς κοινωνική λογοδοσία. Η διαμαρτυρία αντιμετωπίζεται ως απειλή, η κριτική ως εχθρική πράξη και η κοινωνική διεκδίκηση ως εμπόδιο στην «ανάπτυξη». Η ενίσχυση της αστυνομικής καταστολής, η ποινικοποίηση των κινητοποιήσεων και η συστηματική στοχοποίηση κοινωνικών ομάδων που αντιδρούν συνθέτουν ένα αυταρχικό πλαίσιο διακυβέρνησης, το οποίο ευνοεί τους οικονομικά ισχυρούς και αποδυναμώνει τη συλλογική φωνή.
Δεν πρόκειται για μεμονωμένα λάθη ή κακή διαχείριση. Πρόκειται για μια συνολική πολιτική αντίληψη που αντιμετωπίζει το κράτος ως μηχανισμό εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων και όχι ως εργαλείο κοινωνικής προστασίας. Η απομείωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, η ιδιωτικοποίηση βασικών δημόσιων αγαθών και η υποβάθμιση των θεσμικών εγγυήσεων συγκροτούν ένα μοντέλο εξουσίας που βαθαίνει τις κοινωνικές ανισότητες και διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό.
Και όμως, παρά την προσπάθεια φίμωσης και απαξίωσης, η κοινωνία επιμένει. Και αυτό γιατί η συλλογική μνήμη, η αλληλεγγύη και η διεκδίκηση δικαιοσύνης λειτουργούν ως αντίβαρο σε μια εξουσία που επιχειρεί να επιβληθεί χωρίς συναίνεση.
Το κρίσιμο ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν η κυβέρνηση συγκρούεται με την κοινωνία, αυτό είναι πλέον εμφανές. Το ερώτημα είναι πόσο μπορεί να συνεχιστεί αυτή η σύγκρουση χωρίς βαθιές πολιτικές και θεσμικές συνέπειες. Γιατί μια κυβέρνηση δεν μπορεί να λειτουργεί διαρκώς ενάντια στους πολίτες της. Και όταν η κοινωνία επιμένει να μιλά, όσο και αν επιχειρείται η αποσιώπησή της, αργά ή γρήγορα, η φωνή της γίνεται καθοριστική.