Mια σημαντική εξέλιξη στον προσυμπτωματικό έλεγχο για καρκίνο του παχέος εντέρου καταγράφεται στις επικαιροποιημένες κατευθυντήριες οδηγίες της American Cancer Society (ACS), οι οποίες για πρώτη φορά εντάσσουν τις εξετάσεις αίματος μεταξύ των διαθέσιμων επιλογών screening. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την πρόοδο της μοριακής βιολογίας, χωρίς ωστόσο να μεταβάλει την κεντρική θέση της κολονοσκόπησης και των καθιερωμένων εξετάσεων κοπράνων στην πρόληψη της νόσου.
Οι γιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα») της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ δρ Μαρία Καπαρέλου (Παθολόγος – Ογκολόγος) και Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, πρώην πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι ο καρκίνος του παχέος εντέρου αποτελεί μία από τις συχνότερες κακοήθειες και σημαντική αιτία θνητότητας από καρκίνο. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι μεγάλο ποσοστό των περιπτώσεων μπορεί να προληφθεί μέσω της αναγνώρισης και αφαίρεσης προκαρκινικών αλλοιώσεων, ενώ η διάγνωση της νόσου σε πρώιμο στάδιο συνδέεται με σημαντικά καλύτερη πρόγνωση. Για τον λόγο αυτό, η American Cancer Society εξακολουθεί να συστήνει την έναρξη τακτικού προσυμπτωματικού ελέγχου.
Οι νέες εξετάσεις αίματος βασίζονται στην ανίχνευση μοριακών σημάτων που σχετίζονται με την παρουσία νεοπλασίας, όπως πρότυπα μεθυλίωσης και άλλες γενομικές μεταβολές. Το 2024, ο FDA ενέκρινε το Guardant Health’s Shield, το πρώτο αιματολογικό τεστ αυτού του τύπου για screening ατόμων μέσου κινδύνου, ενώ τον Ιούλιο του 2026 ακολούθησε η έγκριση του Freenome’s SimpleScreen.
Παρά την ευκολία μιας απλής αιμοληψίας, οι κατευθυντήριες οδηγίες επισημαίνουν μια κρίσιμη παράμετρο: Οι αιματολογικές εξετάσεις δεν αποτελούν προς το παρόν προτιμώμενη μέθοδο προσυμπτωματικού ελέγχου.
Συγκριτικά με τις υψηλής ευαισθησίας εξετάσεις κοπράνων και τις άμεσες απεικονιστικές μεθόδους, εμφανίζουν χαμηλότερη ευαισθησία για την ανίχνευση τόσο των προχωρημένων προκαρκινικών αλλοιώσεων όσο και των καρκίνων σταδίου Ι. Πρόκειται για σημαντικό περιορισμό, καθώς βασικός στόχος του screening δεν είναι απλώς η διάγνωση ενός ήδη εγκατεστημένου καρκίνου, αλλά η πρόληψη της εμφάνισής του μέσω της έγκαιρης ανίχνευσης και αφαίρεσης προκαρκινικών πολυπόδων. Τα διαθέσιμα μοντέλα εκτιμούν, επίσης, ότι οι αιματολογικές εξετάσεις αναμένεται να έχουν μικρότερη επίδραση στη μείωση της επίπτωσης και της θνητότητας από τη νόσο.
Για τον λόγο αυτό, η ACS τοποθετεί τις εξετάσεις αίματος σε έναν πολύ συγκεκριμένο ρόλο, επισημαίνοντας ότι μπορούν να προσφέρονται κυρίως σε άτομα τα οποία αρνούνται ή δεν ολοκληρώνουν τις προτιμώμενες μεθόδους screening. Η λογική είναι ότι ένα λιγότερο ευαίσθητο τεστ που τελικά πραγματοποιείται μπορεί να είναι κλινικά προτιμότερο από την πλήρη απουσία προσυμπτωματικού ελέγχου.