Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ*
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ρώμης
Όταν τα κόμματα παύουν να υπηρετούν τη δημοκρατία και αρχίζουν να την ιδιοποιούνται, τότε η πολιτική μετατρέπεται σε μηχανισμό αναπαραγωγής εξουσίας, η αξιοκρατία γίνεται σύνθημα χωρίς αντίκρισμα και το κράτος αντιμετωπίζεται ως ιδιοκτησία των εκάστοτε νικητών των εκλογών.
Υπάρχει μια πολιτική παθογένεια που έχει αποκτήσει τέτοια διάρκεια και έκταση, ώστε κινδυνεύουμε να τη θεωρούμε φυσιολογική. Είναι η αντίληψη ότι όποιος κερδίζει τις εκλογές δικαιούται να ελέγχει τα πάντα. Ότι η νίκη στην κάλπη αποτελεί λευκή επιταγή για την κατάληψη του κρατικού μηχανισμού, την τοποθέτηση ημετέρων, τη διανομή θέσεων και αξιωμάτων και την οικοδόμηση ενός συστήματος εξαρτήσεων που θα εξασφαλίζει την πολιτική επιβίωση των κυβερνώντων.
Αυτή είναι η κομματοκρατία. Και δεν πρόκειται για μια απλή δυσλειτουργία του πολιτικού συστήματος, αλλά πρόκειται για μια βαθιά θεσμική εκτροπή, για μια μορφή πολιτικής ιδιοποίησης της δημοκρατίας από εκείνους που υποτίθεται ότι έχουν αναλάβει να την υπηρετούν.
Τα πολιτικά κόμματα, αντί να αποτελούν εργαλεία πολιτικής εκπροσώπησης και έκφρασης της λαϊκής βούλησης, μετατρέπονται σε κλειστούς μηχανισμούς εξουσίας. Δεν αρκούνται στη διακυβέρνηση, αλλά επιχειρούν να ελέγξουν το κράτος, να διεισδύσουν στους θεσμούς, να επηρεάσουν τη δημόσια διοίκηση και να διαμορφώσουν ένα περιβάλλον στο οποίο η κομματική ταυτότητα συχνά αποδεικνύεται σημαντικότερη από την ικανότητα, την επάρκεια και την προσωπική αξία.
Με άλλα λόγια, το κράτος παύει να αντιμετωπίζεται ως δημόσιο αγαθό και μετατρέπεται σε πολιτικό λάφυρο.
Από τη λαϊκή κυριαρχία στην κυριαρχία των κομματικών γραφείων
Ο όρος «κομματοκρατία» έχει τις ρίζες του στην ιταλική πολιτική σκέψη και συνδέθηκε με ονόματα όπως ο Benedetto Croce και ο Roberto Lucifero, που άσκησαν κριτική, ενώ ο Giuseppe Maranini συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση της σχετικής προβληματικής κατά τη μεταπολεμική περίοδο.
Η ουσία της έννοιας είναι απλή, αλλά πολιτικά εκρηκτική. Τα κόμματα δεν περιορίζονται στον θεμιτό ρόλο τους ως φορείς δημοκρατικής εκπροσώπησης, αλλά επιχειρούν να καταλάβουν τους θεσμούς και να τους υποτάξουν στις δικές τους ανάγκες.
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη αντίφαση. Η δημοκρατία θεμελιώνεται στη λαϊκή κυριαρχία. Η κομματοκρατία, αντίθετα, μεταφέρει την πραγματική εξουσία από τους πολίτες στις κομματικές ηγεσίες, στις γραμματείες, στους στενούς κύκλους συνεργατών και στις εσωτερικές ολιγαρχίες.
Ο πολίτης καλείται να ψηφίσει κάθε τέσσερα χρόνια, αλλά δεν έχει ουσιαστικό λόγο για όσα συμβαίνουν στο ενδιάμεσο. Επιλέγει κυβέρνηση, αλλά δεν ελέγχει πραγματικά τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία. Του ζητούν να συμμετάσχει στη δημοκρατία, ενώ πολλές από τις κρίσιμες αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί πίσω από κλειστές πόρτες.
Το πολιτικό σύστημα εμφανίζεται να λειτουργεί δημοκρατικά, αλλά η ουσία της εξουσίας συγκεντρώνεται σε ολοένα στενότερους κομματικούς κύκλους.
Το κράτος δεν είναι ιδιοκτησία κανενός κόμματος
Η κομματοκρατία αποκαλύπτει το πραγματικό της πρόσωπο όταν αρχίζει η διανομή της εξουσίας. Θέσεις ευθύνης, διοικητικά συμβούλια, δημόσιοι οργανισμοί, κρατικές επιχειρήσεις και μηχανισμοί διοίκησης μετατρέπονται σε πεδία κομματικής επιρροής.
Η αξιοκρατία επιστρατεύεται στις προεκλογικές ομιλίες, αλλά συχνά εγκαταλείπεται όταν έρχεται η ώρα των διορισμών. Η διαφάνεια διακηρύσσεται, αλλά οι πελατειακές σχέσεις εξακολουθούν να αποτελούν ισχυρό νόμισμα πολιτικής συναλλαγής.
Το ερώτημα είναι αμείλικτο. Πόσες φορές ένας άνθρωπος με πραγματικά προσόντα έχει βρεθεί πίσω από κάποιον που διαθέτει τις κατάλληλες πολιτικές γνωριμίες; Πόσες φορές η κομματική ταυτότητα λειτούργησε ως διαβατήριο για μια θέση που θα έπρεπε να καταλαμβάνεται με αντικειμενικά κριτήρια;
Και πόσες φορές οι δημόσιοι οργανισμοί υποχρεώθηκαν να λειτουργήσουν με γνώμονα τις ανάγκες μιας πολιτικής ηγεσίας, αντί για τις ανάγκες της κοινωνίας;
Η ζημιά είναι τεράστια. Δεν αφορά μόνο την αποτελεσματικότητα του κράτους αλλά και την ίδια την έννοια της ισονομίας. Δημιουργείται μια κοινωνία δύο ταχυτήτων: Η μία πλευρά είναι όσοι διαθέτουν πρόσβαση στους κομματικούς μηχανισμούς και η άλλη (πλευρά) όσοι καλούνται να περιμένουν, να διεκδικούν και να ανταγωνίζονται χωρίς ισότιμους όρους.
Ο πολίτης που δεν έχει πολιτικό προστάτη αισθάνεται συχνά απροστάτευτος. Ο νέος που διαθέτει προσόντα, αλλά όχι διασυνδέσεις, βλέπει τις ευκαιρίες να περιορίζονται. Ο επαγγελματίας που επιδιώκει να λειτουργήσει με κανόνες ανακαλύπτει ότι η πολιτική επιρροή μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη από τους κανόνες.
Αυτό δεν είναι απλώς κακοδιοίκηση αλλά αποτελεί προσβολή της δημοκρατικής ισότητας.
Το Κοινοβούλιο ως κομματικό πειθαρχείο
Εξίσου προβληματική είναι η υποβάθμιση του κοινοβουλευτικού ρόλου. Το Κοινοβούλιο υποτίθεται ότι αποτελεί τον κορυφαίο χώρο δημοκρατικού διαλόγου, ελέγχου της κυβέρνησης και της νομοθετικής λειτουργίας. Στην πράξη, όμως, όταν κυριαρχεί η κομματική πειθαρχία, ο βουλευτής κινδυνεύει να μετατραπεί σε εκτελεστή αποφάσεων της ηγεσίας του.
Η προσωπική πολιτική κρίση, η συνείδηση και η ανεξάρτητη αξιολόγηση υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη διατήρησης της κομματικής θέσης. Η διαφωνία αντιμετωπίζεται ως απειθαρχία και η διαφορετική άποψη ως απειλή για την εσωτερική ισορροπία του κόμματος.
Έτσι, η κοινοβουλευτική διαδικασία κινδυνεύει να καταντήσει μια προβλέψιμη παράσταση και αυτό γιατί οι αποφάσεις λαμβάνονται αλλού και οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί απλώς τις επικυρώνουν.
Όταν, μάλιστα, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία ταυτίζει την κομματική της κυριαρχία με το δικαίωμα ανεξέλεγκτης διακυβέρνησης, τότε ο θεσμικός έλεγχος αποδυναμώνεται επικίνδυνα. Η εξουσία ξεχνά ότι η εκλογική νίκη δεν καταργεί την υποχρέωση λογοδοσίας.
Η δικαιοσύνη και οι θεσμοί δεν είναι κομματικά παραρτήματα
Η μεγαλύτερη απειλή εμφανίζεται όταν η κομματική λογική επιχειρεί να επηρεάσει θεσμούς που οφείλουν να λειτουργούν με ανεξαρτησία. Η δικαιοσύνη, η δημόσια διοίκηση, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και οι ανεξάρτητες αρχές δεν υπάρχουν για να διευκολύνουν την εκάστοτε κυβέρνηση. Υπάρχουν ακριβώς για να περιορίζουν την αυθαιρεσία της εξουσίας.
Εάν οι θεσμοί μετατραπούν σε πεδία κομματικής επιρροής, ποιος θα ελέγξει τους κυβερνώντες; Ποιος θα προστατεύσει τον πολίτη απέναντι στην αυθαιρεσία; Ποιος θα εγγυηθεί ότι ο νόμος ισχύει με τον ίδιο τρόπο για όλους;
Η ανεξαρτησία των θεσμών δεν είναι πολυτέλεια ούτε τεχνική λεπτομέρεια της συνταγματικής οργάνωσης. Είναι η τελευταία γραμμή άμυνας απέναντι στην κατάχρηση εξουσίας. Κανένα κόμμα δεν μπορεί να θεωρεί ότι απέκτησε δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του κράτους επειδή κέρδισε τις εκλογές.
Η κοινωνία απομακρύνεται και το πολιτικό σύστημα κατηγορεί τους πολίτες
Το πιο εξοργιστικό αποτέλεσμα της κομματοκρατίας είναι ότι, στο τέλος, οι ίδιοι οι πολίτες εμφανίζονται ως υπεύθυνοι για την κρίση εμπιστοσύνης προς την πολιτική.
Όταν αυξάνεται η αποχή, όταν η κοινωνία απομακρύνεται από τα κόμματα, όταν οι νέοι γυρίζουν την πλάτη στην πολιτική διαδικασία, οι κομματικοί μηχανισμοί συχνά αντιμετωπίζουν το φαινόμενο ως πρόβλημα ενημέρωσης ή επικοινωνίας.
Σαν να φταίει ο πολίτης που δεν συγκινείται πλέον από τις υποσχέσεις. Σαν να φταίει η κοινωνία που δεν εμπιστεύεται εκείνους που επαναλαμβάνουν τα ίδια συνθήματα, ανακυκλώνουν τα ίδια πρόσωπα και αναπαράγουν τις ίδιες πρακτικές.
Η αλήθεια είναι πολύ πιο σκληρή: Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι η ψήφος τους δεν αλλάζει την ουσία της διακυβέρνησης, η αποχή μετατρέπεται σε έκφραση πολιτικής απογοήτευσης. Όταν η εναλλαγή κομμάτων δεν συνοδεύεται από ουσιαστική αλλαγή νοοτροπίας, η δημοκρατία κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια διαδικασία εναλλαγής διαχειριστών της ίδιας νοσηρής πολιτικής κουλτούρας.
Και τότε η κοινωνία δεν απορρίπτει απλώς ένα κόμμα. Αρχίζει να αμφισβητεί συνολικά το πολιτικό σύστημα. Δεν χρειαζόμαστε ισχυρότερα κόμματα, αλλά σίγουρα χρειαζόμαστε ισχυρότερη δημοκρατία.
Η αντιμετώπιση της κομματοκρατίας δεν απαιτεί την κατάργηση των κομμάτων. Απαιτεί τον περιορισμό της αυθαιρεσίας τους. Απαιτεί πραγματικά ανεξάρτητη δημόσια διοίκηση, αξιοκρατία στους διορισμούς, ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο, διαφανείς διαδικασίες, ανεξάρτητη δικαιοσύνη και λογοδοσία χωρίς εξαιρέσεις. Επίσης απαιτεί, κυρίως, να τελειώσει η αντίληψη ότι το κράτος αλλάζει ιδιοκτήτη κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση.
Η πολιτική δεν είναι επάγγελμα ισόβιας εξουσίας. Η δημόσια διοίκηση δεν είναι κομματικό φέουδο. Οι δημόσιοι πόροι δεν είναι προεκλογικό ταμείο και οι πολίτες δεν είναι πελάτες που οφείλουν ευγνωμοσύνη για όσα δικαιούνται.
Η κομματοκρατία είναι η πιο ύπουλη μορφή αλλοίωσης της δημοκρατίας, επειδή δεν χρειάζεται να την καταργήσει. Της αρκεί να την αδειάσει από το περιεχόμενό της, διατηρώντας το δημοκρατικό περιτύλιγμα.
Το πραγματικό πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ποιο κόμμα κυβερνά. Είναι αν οποιοδήποτε κόμμα μπορεί να κυβερνά σαν να του ανήκει το κράτος, και όσο αυτή η αντίληψη παραμένει κυρίαρχη, η δημοκρατία θα συνεχίζει να λειτουργεί μεν ως θεσμική πρόσοψη, αλλά με την ουσία της αιχμάλωτη των κομματικών μηχανισμών.
Γιατί όταν τα κόμματα γίνονται ισχυρότερα από τους θεσμούς, όταν οι μηχανισμοί τους υπερισχύουν της κοινωνίας και όταν η εξουσία υπηρετεί πρωτίστως την πολιτική της επιβίωση, τότε δεν έχουμε μια ισχυρή δημοκρατία, αλλά έχουμε μια κομματική ολιγαρχία με δημοκρατικό προσωπείο.
*Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».
Φωτο: pixabay