Η αμυντική ισχύς δεν θέλει μόνο όπλα, θέλει και πολιτική βούληση

Στρατιωτικό πλοίο πλέει στη θάλασσα, εν μέσω πολεμικού Αρμαγεδδών στη Μέση Ανατολή και συναγερμού στην Κύπρο.

Η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων με υπερσύγχρονα οπλι­κά συστήματα αποτελεί τα τελευταία χρόνια κεντρικό πυλώνα της εθνικής στρατηγικής. Ωστόσο, η πρόσφατη κρίση με την πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου στην Κάσο έφερε στην επιφάνεια ένα βαθύ αίσθημα απογοήτευσης σε μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης. Τι νόημα έχουν οι πολυδάπανοι εξοπλισμοί, αν απουσιάζει η πολιτική βούληση για την έμπρακτη άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων;

Το οικονομικό βάρος αυτών των εξοπλισμών δεν είναι αμελητέο. Οι συμβάσεις για τα μαχητικά Rafale,τις φρεγάτες Belharra, τον αντιαεροπορικό «Θόλο» και τους πυραύλους αγγίζουν τα 15 δισ. ευρώ. Πρόκειται για πόρους που προέρχονται από το υστέρημα των πολιτών, μέσα από τη φορολογία, τον ΕΝΦΙΑ, τον ΦΠΑ στα βασικά είδη και τις αναπόφευκτες περικοπές σε κρίσιμους κοινωνικούς τομείς, όπως τα νοσοκομεία. Ο διακηρυγμένος στόχος αυτής της θυσίας είναι η αποτροπή και η αδιαπραγμάτευτη θωράκιση της εθνικής κυριαρχίας απέναντι σε κάθε αναθεωρητική απειλή.

Η αντίφαση, ωστόσο, αναδεικνύεται ανάγλυφα στο πεδίο της διπλωματικής και επιχειρησιακής πρακτικής. Το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης, μια αυτονόητη ειρηνική δραστηριότητα σε ελληνικό έδαφος, μεταξύ Κρήτης και Κύπρου, μετατράπηκε σε γεωπολιτικό θρίλερ. Η φαινομενική υπαναχώρηση, οι καθυστερήσεις, με επίκληση τεχνικών λόγων, και η αναμονή διπλωματικού πράσινου φωτός, μετά τις προκλήσεις και τις παράτυπες NAVTEX της Άγκυρας, δημιουργούν την αίσθηση μιας διπλωματικής παράλυσης και ενός συνδρόμου του «μην ενοχλήσουμε». Ο πολίτης αναρωτιέται δικαιολογημένα: Αν διστάζουμε να προχωρήσουμε σε ένα έργο υποδομής, ποιος είναι ο ρόλος του υπερσύγχρονου οπλοστασίου μας; Είναι απλώς για παρελάσεις;

Αυτή η οπτική θέτει τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων. Η αγορά οπλικών συστημάτων δημιουργεί ίσως ένα αίσθημα ψυχολογικής ασφάλειας, αλλά η πραγματική ισχύς ενός κράτους μετριέται στην ικανότητά του να ασκεί τα δικαιώματα του που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο και τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, χωρίς να διαπραγματεύεται τα αυτονόητα. Όταν η άσκηση κυριαρχίας αντιμετωπίζεται με δισταγμό, το αφήγημα της «ισχυρότερης Ελλάδας» δοκιμάζεται σκληρά.

Το καλώδιο της Κάσου λειτουργεί πλέον ως ένα ιδιότυπο τεστ αξιοπιστίας της εθνικής στρατηγικής. Όπως καταλήγει ο προβληματισμός που διαπερνά την κοινωνία, 15 δισ. ευρώ, χωρίς την αντίστοιχη πολιτική αποφασιστικότητα, κινδυνεύουν να υποβαθμιστούν σε ανενεργό μέταλλο. Η Ιστορία κρίνει τα κράτη όχι μόνο από τον προϋπολογισμό της άμυνάς τους, αλλά κυρίως από το αν διαθέτουν το σθένος να μην εξαγοράζουν απλώς τον φόβο τους με ακριβά τιμήματα.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Φωτο: Πολεμικό Ναυτικό



Διαβάστε επίσης