Βιομηχανικό δυστύχημα και ψηφιακό κράτος: Το κενό ανάμεσα στην εποπτεία και την πρόληψη

Βιομηχανικό δυστύχημα και ψηφιακό κράτος: Το κενό ανάμεσα στην εποπτεία και την πρόληψη


Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]


Το σοβαρό δυστύχημα στο εργοστάσιο της εταιρείας Βιολάντα δεν αποτελεί απλώς ένα μεμονωμένο βιομηχανικό γεγονός. Εντάσσεται σε μια μακρά αλυσίδα περιστατικών που αναδεικνύουν τα δομικά όρια του ελληνικού ψηφιακού κράτους, ιδίως όταν αυτό καλείται να λειτουργήσει ως μηχανισμός πρόληψης και όχι απλώς ως σύστημα εκ των υστέρων καταγραφής. Η ανθρώπινη διάσταση της τραγωδίας προηγείται κάθε ανάλυσης, ωστόσο, η θεσμική ευθύνη δεν μπορεί να παρακαμφθεί.

Η δημόσια συζήτηση γύρω από την ψηφιακή διακυβέρνηση επικεντρώνεται συνήθως στην ταχύτητα των υπηρεσιών, στη μείωση της γραφειοκρατίας και στη διευκόλυνση των συναλλαγών. Σπανίως εξετάζεται ο ρόλος της ψηφιοποίησης ως εργαλείου πρόληψης κινδύνων σε κρίσιμους τομείς, όπως η βιομηχανική ασφάλεια και η προστασία της εργασίας. Το δυστύχημα υπενθυμίζει ότι η ψηφιακή μετάβαση δεν κρίνεται στα ηλεκτρονικά πιστοποιητικά αλλά στην ικανότητα έγκαιρης παρέμβασης πριν από την καταστροφή.

Η θεσμική ευθύνη για την πρόληψη και την εποπτεία τέτοιων περιστατικών βαραίνει πρωτίστως το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μέσω της Επιθεώρησης Εργασίας, σε διασύνδεση με το υπουργείο Ανάπτυξης, που εποπτεύει τη βιομηχανική δραστηριότητα. Η απουσία ενός ενιαίου ψηφιακού συστήματος συνεχούς επιτήρησης, ανάλυσης κινδύνου και έγκαιρης παρέμβασης αποτυπώνει ένα δομικό κενό πολιτικής ευθύνης. Οι αρμοδιότητες παραμένουν κατακερματισμένες, οι έλεγχοι αποσπασματικοί και η ψηφιακή διακυβέρνηση περιορίζεται σε δηλωτικό ρόλο συμμόρφωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, το κράτος εμφανίζεται περισσότερο ως διαχειριστής συνεπειών παρά ως εγγυητής ασφάλειας, μεταφέροντας σιωπηρά το κόστος της θεσμικής αδυναμίας στους εργαζομένους και στην κοινωνία.

Η εποπτεία της βιομηχανικής δραστηριότητας παραμένει κατακερματισμένη, με πολλαπλές αρμοδιότητες να διαχέονται μεταξύ υπουργείων, επιθεωρήσεων και ανεξάρτητων αρχών. Παρά την ύπαρξη ψηφιακών μητρώων, δηλώσεων συμμόρφωσης και ηλεκτρονικών αναφορών, απουσιάζει ένα ενιαίο ψηφιακό σύστημα συνεχούς παρακολούθησης κινδύνου. Τα δεδομένα υπάρχουν, αλλά δεν συνδέονται σε πραγματικό χρόνο με μηχανισμούς πρόληψης και έγκαιρης ειδοποίησης.

Στη Γερμανία, στις Σκανδιναβικές χώρες και στην Ολλανδία εφαρμόζονται ολοκληρωμένα συστήματα ανάλυσης κινδύνου, όπου δεδομένα αισθητήρων, ψηφιακά μητρώα εγκαταστάσεων και υποχρεωτικά Safety Management Systems συνδέονται σε πραγματικό χρόνο με τις αρμόδιες αρχές. Η πρόληψη δεν βασίζεται στη συμμόρφωση επί χάρτου, αλλά στη δυναμική αξιολόγηση κινδύνων και στη θεσμική λογοδοσία. Τα ευρωπαϊκά safety audits αξιολογούν όχι μόνο την τήρηση κανόνων αλλά και την πραγματική επιχειρησιακή ετοιμότητα των εγκαταστάσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, το ψηφιακό κράτος λειτουργεί περισσότερο ως διοικητικός καταγραφέας παρά ως ενεργός ρυθμιστής ασφάλειας. Οι έλεγχοι παραμένουν περιοδικοί και συχνά τυπικοί, ενώ η ανάλυση κινδύνου δεν ενσωματώνεται δυναμικά στη λειτουργία των εγκαταστάσεων. Η τεχνολογία περιορίζεται στη συμμόρφωση με διαδικαστικές απαιτήσεις, χωρίς να μεταφράζεται σε ουσιαστική προστασία της ανθρώπινης ζωής.

Ο αντίκτυπος αυτής της αδυναμίας στον πολίτη είναι πολυεπίπεδος. Ως εργαζόμενος, ο πολίτης εκτίθεται σε περιβάλλοντα όπου η πρόληψη βασίζεται περισσότερο στη διακήρυξη παρά στη συνεχή επιτήρηση. Ως καταναλωτής, καλείται να εμπιστευθεί προϊόντα και αλυσίδες παραγωγής χωρίς διαφανή πληροφόρηση για τα πρότυπα ασφάλειας. Ως φορολογούμενος, χρηματοδοτεί ένα κράτος που επενδύει στην ψηφιοποίηση της διοίκησης αλλά όχι στην ψηφιακή θωράκιση της εργασίας.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η ψηφιακή τεχνολογία μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά. Συστήματα αισθητήρων, ανάλυσης δεδομένων, προληπτικής συντήρησης και ψηφιακών διδύμων χρησιμοποιούνται ήδη σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις για τον εντοπισμό αποκλίσεων και την πρόληψη ατυχημάτων. Η αξιοποίηση αυτών των εργαλείων, όμως, προϋποθέτει θεσμική βούληση, σαφή ρυθμιστικό πλαίσιο και ενιαία αρχιτεκτονική εποπτείας.

Tο ψηφιακό κράτος εμφανίζεται να επενδύει περισσότερο στην εικόνα του εκσυγχρονισμού παρά στην ουσία της ασφάλειας. Οι ψηφιακές πλατφόρμες πολλαπλασιάζονται αλλά η διαλειτουργικότητα παραμένει περιορισμένη. Οι έλεγχοι ψηφιοποιούνται αλλά η πρόληψη παραμένει αναλογική. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που αντιδρά μετά το συμβάν, αναζητώντας ευθύνες, αντί να λειτουργεί προληπτικά.

Το δυστύχημα στη Βιολάντα επαναφέρει το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης. Η ψηφιακή διακυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη τεχνική επιλογή. Αποτελεί πολιτική απόφαση με άμεσες συνέπειες στην ασφάλεια, στην εργασία και στην κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν το κράτος επιλέγει να ψηφιοποιεί διαδικασίες χωρίς να ενσωματώνει μηχανισμούς πρόληψης, αποδέχεται σιωπηρά ένα επίπεδο κινδύνου.

Η ουσία προκύπτει αμείλικτη. Το ψηφιακό κράτος δεν κρίνεται από τον αριθμό των εφαρμογών του αλλά από την ικανότητά του να προστατεύει ζωές πριν χαθούν. Το βιομηχανικό δυστύχημα δεν αποτελεί αποτυχία της τεχνολογίας, αλλά αποτυχία της πολιτικής χρήσης της τεχνολογίας. Κάθε τέτοιο γεγονός λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ψηφιακή μετάβαση χωρίς θεσμική ευθύνη παραμένει επικίνδυνα ελλιπής.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ