Βήμα στο κενό ο διάλογος με την Άγκυρα: Στη «μέγγενη» των τουρκικών αξιώσεων και των πιέσεων Τραμπ

Βήμα στο κενό ο διάλογος με την Άγκυρα: Στη «μέγγενη» των τουρκικών αξιώσεων και των πιέσεων Τραμπ

Ελληνοτουρκικά: Η Τουρκία κλείνει μέτωπα και προσέρχεται στον ελληνοτουρκικό διάλογο από θέση ισχύος – Οι κίνδυνοι για την Αθήνα

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


Με βήμα στο κενό μοιάζει ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσέρχεται στον διάλογο με την Τουρκία, σε μια περίοδο που η Τουρκία κάθε άλλο παρά έχει υποχωρήσει από τις ακραίες θέσεις αμφισβήτησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και ενώ οι επιλογές Τραμπ δημιουργούν μεγάλη σύγχυση και διαμορφώνουν νέα δεδομένα και στην περιοχή μας. Δεδομένα που κάθε άλλο παρά ευνοούν τις ελληνικές θέσεις, οι οποίες υποστηρίζουν την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, τον σεβασμό της κυριαρχίας και την απόρριψη κάθε αναθεωρητισμού.

Προκαλεί σοβαρό και έντονο προβληματισμό το γεγονός ότι η μεν κυβέρνηση δηλώνει ότι θα προσέλθει στη συνάντηση της Άγκυρας με χαμηλές προσδοκίες, έχοντας επίγνωση ότι πιθανότατα τίποτε δεν μπορεί να προκύψει, ενώ από την άλλη τόσο ο Γεραπετρίτης Γεραπετρίτης όσο και ο Χακάν Φιντάν αφήνουν να εννοηθεί ότι υπάρχει ευκαιρία ή περιθώριο για πρόοδο στο «πρόβλημα του Αιγαίου».

Ο Χακάν Φιντάν έθεσε, πάντως, καθαρά το πλαίσιο, καθώς θεωρεί ότι στην ατζέντα πρέπει να βρεθεί και το θέμα των χωρικών υδάτων της Ελλάδας, επιμένοντας έτσι στη σταθερή θέση της Τουρκίας, η οποία συνδέεται και με το casus belli, όπου η Τουρκία απαιτεί να έχει αυτήν τον τελικό λόγο για την άσκηση της κυριαρχίας της Ελλάδας, μετατρέποντάς την έτσι σε χώρα μειωμένης κυριαρχίας. Διότι η Τουρκία χρησιμοποιεί τη συζήτηση των χωρικών υδάτων ως εργαλείο για να περιορίσει στο ελάχιστο τις ελληνικές θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο, και, στο πλαίσιο αυτό, επεκτείνει και ολόκληρη την υπόλοιπη διεκδικητική ατζέντα στα Ελληνοτουρκικά προκειμένου να πιέσει την Ελλάδα.

Διότι, παρά τα όσα κατά καιρούς ακούγονται και γράφονται σε μερίδα του ελληνικού Τύπου και από ορισμένους αναλυτές, η Τουρκία κάθε άλλο παρά έχει εγκαταλείψει τις θέσεις της για «γκρίζες ζώνες», για τη σύνδεσή τους με την αποστρατιωτικοποίηση και με την ελληνική κυριαρχία στα νησιά, καθώς και για τη θεωρία ότι τα νησιά δεν έχουν πλήρη δικαιώματα και ότι η μέση γραμμή στις οριοθετήσεις γίνεται αγνοώντας τα νησιά μεταξύ των δύο ηπειρωτικών ακτών.

Με αυτό το πλαίσιο που παραμένει στο τραπέζι είναι σαφές ότι δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει καμία ελληνική κυβέρνηση, καθώς μια τέτοια συζήτηση θα συνιστούσε μείζονα εθνική υποχώρηση. Για τον λόγο αυτό προκαλεί προβληματισμό η σπουδή της κυβέρνησης να προγραμματιστεί η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στις αρχές Φεβρουαρίου.

Μια εθιμοτυπική συνάντηση θα μπορούσε, υπό άλλες συνθήκες, να στείλει ένα θετικό μήνυμα. Όμως, πλέον έχει σωρευθεί τόση ένταση και πίεση στα ελληνοτουρκικά, και το διεθνές περιβάλλον κάθε άλλο παρά ευνοεί τέτοιες συναντήσεις. Αντιθέτως, η δημόσια διαφοροποίηση και διαφωνία μεταξύ των δύο ηγετών σε μια σειρά κρίσιμα ζητήματα θα μπορούσε να οξύνει το κλίμα και να πυροδοτήσει εντάσεις.

Είναι χαρακτηριστικό του κλίματος το ότι μια αναφορά του Γιώργου Γεραπετρίτη στη Βουλή περί επέκτασης των χωρικών υδάτων, γενικώς και χωρίς χρονικό ή γεωγραφικό προσδιορισμό, προκάλεσε καταιγισμό δημοσιευμάτων και σεναρίων στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, επιστρατεύοντας ακόμη και πολεμικά σενάρια, στο πλαίσιο του casus belli.

Η επιμονή της κυβέρνησης στη συνάντηση γεννά πάντως υποψίες για το αν συνδέεται με την έκφραση επιθυμίας επίλυσης των προβλημάτων της περιοχής από τον μεγαλοπράγμονα και πολυπράγμονα αμερικανό πρέσβη στην Άγκυρα και προσωπικό φίλο του Τραμπ, Τομ Μπάρακ. Δημοσίως, Αθήνα και Ά­γκυρα έχουν τονίσει ότι δεν θέλουν εμπλοκή τρίτων στα ελληνοτουρκικά, γνωρίζουν όμως ότι μία από τις πιο επικίνδυνες και σοβούσες επί δεκαετίες διαφορές στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και στη συναισθητική περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου είναι αυτή μεταξύ Ελλάδας – Κύπρου και Τουρκίας.

Αυτό γίνεται σε μια περίοδο μεγάλης ρευστότητας και ενισχυμένης παρουσίας της Τουρκίας. Ο Ντόναλντ Τραμπ, αψηφώντας τις έντονες αντιδράσεις του Ισραήλ, αποφάσισε να βάλει την Τουρκία και το Κατάρ στο παιχνίδι της Γάζας, καλώ­ντας τις δύο χώρες να συνεισφέρουν με δυνάμεις στη διεθνή δύναμη σταθεροποίησης, κάτι που αποτελεί τη βαθύτερη κόκκινη γραμμή του Ισραήλ.

Συγχρόνως, οι Αμερικανοί, μέσω του κ. Μπάρακ, έδωσαν το πράσινο φως στη Δαμασκό και στις δυνάμεις του Αλ Σάρα, με τη στήριξη της Τουρκίας, να επιτεθούν εναντίον των Κούρδων στη Βορειοανατολική Συρία, κάτι που αποτελούσε επιδίωξη του Ταγίπ Ερντογάν την τελευταία δεκαετία. Και αυτό παρά το γεγονός ότι οι Κούρδοι του SDF ήταν οι στενότεροι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην επικίνδυνη αυτή περιοχή αλλά και στενά συνεργαζόμενοι με το Ισραήλ.

Μέσα στις διεργασίες που είναι σε εξέλιξη στην περιοχή, η Τουρκία, με τη στήριξη και των Αμερικανών, έχει βρει πλέον δίαυλο επικοινωνίας και στενής συνεργασίας με την Αίγυπτο, καθώς οι δύο χώρες κινούνται μαζί σε μια σειρά περιφερειακά προβλήματα και κρίσεις, από τη Γάζα και τη Συρία μέχρι τη Σομαλία, το Σουδάν και το Κέρας της Αφρικής.

Αυτό θα πρέπει να χτυπήσει καμπανάκι στην Αθήνα, καθώς οι Αιγύπτιοι δεν θα διστάσουν, όταν εκτιμήσουν ότι έχουν περισσότερα να κερδίσουν από την Τουρκία, να ξεχάσουν τη «συμμαχία» με την Ελλάδα. Η επίσκεψη, πάντως, την περασμένη Κυριακή, του Γιώργου Γεραπετρίτη στο Κάιρο, η συνάντησή του με τον ομόλογό του Αμπντελάτι και η τριμερής με τον κύπριο ΥΠΕΞ Κωνσταντίνο Κόμπο είναι σημαντικές, καθώς δημιουργούν κάποια αναχώματα απέναντι στην τουρκική προσπάθεια προσεταιρισμού της Αιγύπτου.

Όπως, όμως, όλα δείχνουν, πιθανότατα πολύ σύντομα, η Τουρκία θα έχει λύσει μια σειρά θέματα που βαραίνουν τώρα τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, θα έχει προωθήσει κοινά σχέδια με την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία, κλείνοντας έτσι παλιά μέτωπα, και από ισχυρότερη θέση θα μπορεί πλέον να αντιμετωπίσει και να χειριστεί και τα ελληνοτουρκικά. Και αυτό δεν μπορεί να το αγνοεί η ελληνική κυβέρνηση.

Φωτό: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI

ΤΟ ΠΑΡΟΝ