
Β. Ζωγράφος στο “Π”: Αξιοκρατία σε αναστολή, το ψηφιακό κράτος σε επιλεκτική θεσμική αδράνεια ελέγχων

Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]
Η συζήτηση γύρω από τα πλαστά πτυχία και τους διορισμούς στο Δημόσιο επανέρχεται με ένταση, αναδεικνύοντας μία διαχρονική παθογένεια της ελληνικής διοίκησης, την ανεπαρκή επαλήθευση των τυπικών προσόντων που συγκροτούν τη βάση της επαγγελματικής και θεσμικής εξέλιξης.
Η υπόθεση που συνδέεται με τον κ. Μακάριο Λαζαρίδη, σε σχέση με την επίκληση τίτλου σπουδών από δομή μη αναγνωρισμένη για την κάλυψη θέσης επιστημονικού συμβούλου, αναδεικνύει με ιδιαίτερη ένταση τα ελλείμματα των μηχανισμών ελέγχου. Το ζήτημα δεν εξαντλείται στο πρόσωπο, αλλά επεκτείνεται στο θεσμικό πλαίσιο που επέτρεψε την ανάδειξη τέτοιων περιπτώσεων χωρίς προηγούμενη αυστηρή επαλήθευση. Η δημόσια διοίκηση οφείλει να λειτουργεί με σαφή και αδιαπραγμάτευτα κριτήρια, ιδίως όταν πρόκειται για θέσεις με επιστημονικό ή επιτελικό χαρακτήρα. Η οποιαδήποτε ασάφεια ως προς τη φύση και την αναγνώριση των τίτλων σπουδών δεν συνιστά απλώς τεχνικό ζήτημα αλλά πλήγμα στην ίδια την αρχή της αξιοκρατίας και της θεσμικής αξιοπιστίας.
Η σύγκριση με παλιότερες υποθέσεις αναδεικνύει μια εμφανή ασυμμετρία στην αντιμετώπιση παρόμοιων παραβάσεων. Η περίπτωση της καθαρίστριας, η οποία καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη επειδή προσκόμισε πλαστό απολυτήριο δημοτικού για να εξασφαλίσει μια χαμηλόμισθη θέση εργασίας, αποτυπώνει την αυστηρότητα απέναντι στους πλέον αδύναμους.
Το ζήτημα δεν περιορίζεται σε μία μεμονωμένη περίπτωση, αλλά αποτυπώνει μια ευρύτερη δυσλειτουργία. Η ύπαρξη τίτλων που δεν πληρούν τα ακαδημαϊκά κριτήρια αναγνώρισης και η ενδεχόμενη αξιοποίησή τους για την κάλυψη θέσεων ευθύνης δημιουργούν ένα περιβάλλον θεσμικής ανισορροπίας. Η αρχή της αξιοκρατίας υπονομεύεται, ενώ παράλληλα διαμορφώνονται συνθήκες άνισης μεταχείρισης εις βάρος όσων διαθέτουν αποδεδειγμένα και αναγνωρισμένα προσόντα.
Η διάκριση μεταξύ αναγνωρισμένης, θεσμοθετημένης εκπαίδευσης και μορφών κατάρτισης (εργαστήρια ελευθέρων σπουδών) που δεν παρέχουν ακαδημαϊκή ισοδυναμία αποκτά καθοριστική σημασία. Η σύγχυση μεταξύ των δύο κατηγοριών τίτλων, είτε προκύπτει από ελλιπή γνώση είτε από σκόπιμη παρουσίαση, οδηγεί σε στρέβλωση των κριτηρίων επιλογής και σε αποδυνάμωση της θεσμικής τάξης.
Η μετάβαση στο ψηφιακό κράτος προσφέρει τα αναγκαία εργαλεία για την αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων. Η δημιουργία διασυνδεδεμένων μητρώων τίτλων σπουδών, η άμεση διασταύρωση στοιχείων και η αυτοματοποιημένη επαλήθευση προσόντων συνιστούν τεχνολογικές δυνατότητες που μπορούν να ενισχύσουν ουσιαστικά τη διαφάνεια. Η αξιοποίηση αυτών των εργαλείων δεν αποτελεί επιλογή αλλά θεσμική υποχρέωση ενός σύγχρονου κράτους.
Η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου δεν συνιστά απλώς τεχνική υστέρηση. Αντιπροσωπεύει ένα βαθύτερο θεσμικό έλλειμμα. Η αδυναμία επαλήθευσης των βασικών προϋποθέσεων διορισμού οδηγεί σε απονομιμοποίηση της διοικητικής λειτουργίας και αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.
Η έννοια της θεσμικής εμπιστοσύνης βρίσκεται στο επίκεντρο της προβληματικής προσοχής. Η κοινωνία προσδοκά ότι οι δημόσιες θέσεις στελεχώνονται με αντικειμενικά κριτήρια και τα προσόντα των υποψηφίων ελέγχονται με αυστηρότητα. Η αποκάλυψη περιπτώσεων αμφισβητούμενων τίτλων δεν πλήττει μόνο τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, αλλά επηρεάζει συνολικά την αξιοπιστία του συστήματος επιλογής.
Η ευθύνη εκτείνεται πέραν των ατόμων που ενδεχομένως παρουσίασαν ανακριβή στοιχεία. Αφορά τους διοικητικούς μηχανισμούς που όφειλαν να έχουν ενεργοποιήσει προληπτικούς ελέγχους και να έχουν διασφαλίσει την εγκυρότητα των στοιχείων. Η έλλειψη συστηματικής διασταύρωσης δεδομένων και η καθυστέρηση στην ενεργοποίηση ελεγκτικών διαδικασιών δημιουργούν πεδία εκμετάλλευσης.
Η έννοια του ψηφιακού κράτους δεν εξαντλείται στην παροχή ηλεκτρονικών υπηρεσιών προς τους πολίτες. Περιλαμβάνει την εσωτερική αναδιοργάνωση της διοίκησης, την ενίσχυση των μηχανισμών εποπτείας και την καθιέρωση διαδικασιών που αποτρέπουν την κατάχρηση. Η λειτουργία ενιαίων ψηφιακών μητρώων και η υποχρεωτική διασύνδεση με φορείς πιστοποίησης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ενίσχυση της αξιοπιστίας.
Παράλληλα, ανακύπτει ζήτημα πολιτικής ευθύνης. Οι διορισμοί σε θέσεις επιστημονικών συμβούλων δεν αποτελούν τυπικές διαδικασίες αλλά επιλογές με ουσιαστικό θεσμικό βάρος. Η επάρκεια των προσόντων, η διαφάνεια των κριτηρίων και η αυστηρότητα των ελέγχων συνδέονται άμεσα με την ποιότητα της διακυβέρνησης.
Η διαχρονική έλλειψη ουσιαστικών και αυτοματοποιημένων ελέγχων δεν μπορεί να ιδωθεί αποκλειστικά ως διοικητική αδυναμία. Σε πολλές περιπτώσεις φαίνεται να λειτουργεί ως ενεργός μηχανισμός διευκόλυνσης πρακτικών που συνδέονται με το πελατειακό κράτος. Η απουσία αυστηρής επαλήθευσης προσόντων δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου οι διορισμοί δύνανται να εξυπηρετούν δίκτυα πολιτικής επιρροής, ρουσφετολογικές πρακτικές και την ανταποδοτική εξυπηρέτηση ψηφοφόρων. Η αξιοκρατία υποχωρεί έναντι της σκοπιμότητας, ενώ η θεσμική διαδικασία μετατρέπεται σε εργαλείο αναπαραγωγής πολιτικών ισορροπιών.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν περιορίζεται στην αποσαφήνιση μίας συγκεκριμένης υπόθεσης. Αφορά την ενίσχυση της θεσμικής λειτουργίας του κράτους και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Η αξιοκρατία δεν αποτελεί αφηρημένη έννοια αλλά πρακτική που προϋποθέτει σαφείς κανόνες, συνεχή έλεγχο και πολιτική βούληση.
Το ψηφιακό κράτος καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να υπερβεί τις παθογένειες του παρελθόντος. Η τεχνολογία παρέχει τα μέσα, όμως, η αποτελεσματική εφαρμογή τους εξαρτάται από τη θεσμική συνέπεια. Χωρίς ουσιαστικούς μηχανισμούς ελέγχου, η ψηφιακή μετάβαση κινδυνεύει να περιοριστεί σε επιφανειακό εκσυγχρονισμό, χωρίς πραγματική επίδραση στην ποιότητα της δημόσιας διοίκησης.