
Β. Κορκίδης στο “Π”: Η πρόκληση νέων επενδύσεων μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Του
ΒΑΣΙΛΗ ΚΟΡΚΙΔΗ
Προέδρου ΕΒΕΠ
Η σταθερή προσήλωση της Ελλάδας στην προσέλκυση επενδύσεων, με στόχο τη σταδιακή μεταμόρφωσή της σε έναν αξιόπιστο και ελκυστικό επενδυτικό προορισμό, εξελίσσεται σε μια περίοδο έντονου διεθνούς ανταγωνισμού και γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Παρ’ όλα αυτά, οι εντυπωσιακές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, με ρυθμούς ανάπτυξης που υπερβαίνουν κατά πολύ τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, δεν περνούν απαρατήρητες. Όμως, η καλή επίδοση από μόνη της δεν αρκεί. Για να προσελκύσουμε πραγματικά νέες επενδύσεις, εσωτερικές και εξωτερικές, χρειάζεται στρατηγική για να δημιουργήσουμε συνέργειες, να ενεργοποιήσουμε νέα κεφάλαια, να συνδέσουμε τεχνογνωσία και καινοτομία. Και, κυρίως, να τολμήσουμε να διευρύνουμε το βλέμμα μας προς αγορές που μέχρι σήμερα παρέμεναν στο περιθώριο.
Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν πως η Ελλάδα ανεβαίνει από το 11% του ΑΕΠ σε επενδύσεις το 2019 στο 20% του ΑΕΠ έως το 2026, ίσως ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ, με την αξία των επενδύσεων να αυξάνεται από τα 20 δισ. στα 52 δισ. ευρώ, δηλαδή υπερδιπλασιασμός μέσα σε επτά χρόνια. Οι προβλέψεις για το επίπεδο των επενδύσεων στην Ελλάδα τη διετία 2025 – 2026, όπως αποτυπώνονται στο προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, ανέρχονται για το 2025 σε +5,7 % και 14,6 δισ. ευρώ, ενώ για το 2026 η αύξηση των επενδύσεων εκτιμάται σε +10,2% και 16,4 δισ. ευρώ, με το ΑΕΠ να εκτιμάται στα 250 δισ. και 260 δισ. ευρώ, αντίστοιχα. Η επιτάχυνση των επενδύσεων από το 2021 και μετά στη χώρα μας οφείλεται κυρίως στα κονδύλια του ΤΑΑ, ενώ η κορύφωσή τους αναμένεται το 2026. Συγκεντρωτικά, την τριετία 2025 – 2028 οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να ξεπεράσουν τα 64 δισ. ευρώ.
Η αναγέννηση του ναυπηγικού και ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα φαίνεται να αποτελεί καταλύτη για ένα νέο κύμα επενδυτικών προσδοκιών. Το γεγονός αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στην επιτυχημένη συνάντηση ελλήνων και γερμανών επιχειρηματιών του κλάδου στον Πειραιά. Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή ναυπηγική βιομηχανία προσπαθεί να βρει τα βήματά της απέναντι στον ανελέητο ασιατικό ανταγωνισμό, ενώ ΗΠΑ και Κίνα συγκρούονται εμπορικά, παρά την αναστολή για έναν χρόνο της επιβολής δασμών σε πλοία και ναυτιλιακές οντότητες. Και μέσα σε αυτήν τη γεωοικονομική σκακιέρα, πραγματοποιείται μια μετατόπιση του παγκόσμιου επενδυτικού κέντρου βάρους. Για την Ελλάδα, αυτή είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί, με συνεργασίες που μπορεί να ανοίξουν νέους επιχειρηματικούς και τεχνολογικούς ορίζοντες, δημιουργώντας διαύλους εμπορίου και καινοτομίας.
Το 2025, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς, αντλώντας δύναμη από την εξωστρεφή επιχειρηματικότητα του εμπορίου, της βιομηχανίας, της ναυτιλίας και των υπηρεσιών του μεγάλου λιμανιού, έχει θέσει σε εφαρμογή μια στοχευμένη στρατηγική. Την αναγνώριση και αξιολόγηση χωρών με υψηλή αναπτυξιακή δυναμική, όπως η Νοτιοανατολική Ασία, η Μέση Ανατολή και η Αφρική. Η ανάλυση των επενδυτικών κινδύνων, του κανονιστικού πλαισίου και των ευκαιριών συνεργασίας δείχνει ότι η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει έναν εμπορικό κόμβο συνδεσιμότητας όχι μόνο στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Παράλληλα, οι παραδοσιακές μέθοδοι προώθησης πρέπει να εκσυγχρονιστούν. Η ενδυνάμωση μιας ενιαίας ταυτότητας, οι στοχευμένες καμπάνιες σε πλατφόρμες διεθνών ΜΜΕ αλλά και η αξιοποίηση των ήδη επιτυχημένων παραδειγμάτων ξένων επενδύσεων δείχνουν ότι χρειάζεται ένα νέο αφήγημα, πιο εξωστρεφές, δυναμικό και συνεκτικό.
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις δημιουργούν ήδη νέα δεδομένα, επαναφέροντας τη Μεσόγειο στο επίκεντρο του παγκόσμιου εμπορίου. Το Επιμελητήριό μας έχει επισημάνει εδώ και καιρό την ανάγκη η Ελλάδα να εντείνει τις επαφές, ώστε να προσελκύσει ομίλους σε τομείς όπως οι υποδομές, η υψηλή τεχνολογία, οι ΑΠΕ, ο τουρισμός και η ναυτιλία. Αντίστοιχα, οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να διεισδύσουν σε νέες αγορές στους τομείς του εμπορίου, των τροφίμων, των φαρμάκων και της βιομηχανίας. Σήμερα απαιτείται να ακολουθήσουμε στοχευμένες πρωτοβουλίες, με επιχειρηματικές αποστολές, κοινές δράσεις, δικτύωση σε τομείς όπως τα ελληνικά ναυπηγεία, ο τουρισμός, η αγροδιατροφή, η ενέργεια, η φαρμακοβιομηχανία και οι θαλάσσιες μεταφορές. Η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει τον φυσικό κόμβο πολλών συνεργασιών και μπορεί να δημιουργήσει ισχυρές συνέργειες με αμοιβαίο όφελος.
Συνοψίζοντας, είναι γεγονός πως υπάρχει μια αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα του ΤΑΑ και ο φόβος δημιουργίας ενός επενδυτικού κενού. Με την ολοκλήρωση του ΤΑΑ το 2026, υπάρχει ο κίνδυνος διακοπής σημαντικών έργων, καθώς δεν θα μπορούν να συνεχιστούν με άλλα χρηματοδοτικά μέσα. Επίσης, για την ελληνική οικονομία, με ΑΕΠ 250 δισ. ευρώ, τα επιπλέον ευρωπαϊκά κονδύλια άνω των 30 δισ. ευρώ του Ταμείου επιτάχυναν κατά πολύ τις επενδύσεις. Η ανάγκη, λοιπόν, της αναδιάταξης πόρων και προτεραιοτήτων μετά το πέρας του προγράμματος εύλογα δημιουργεί ανησυχία για τη συνέχεια. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει και δεν μπορούμε να εφησυχάσουμε μπροστά στην πρόκληση της επενδυτικής εξέλιξης της χώρας μας, μετά την εποχή του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.