Β. Κορκίδης: Η διπλή παγίδα της ακριβής ενέργειας και των υψηλών επιτοκίων

Ο Βασίλης Κορκίδης μιλάει για τα "κενά τζίρου" στο τέλος των χειμερινών εκπτώσεων.

Του
ΒΑΣΙΛΗ ΚΟΡΚΙΔΗ
Προέδρου ΕΒΕΠ


Η ευρωπαϊκή και η ελληνική οικονομία βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα ιδιαίτερα δύσκολο οικονομικό μείγμα. Από τη μία πλευρά, η νέα ενεργειακή κρίση αυξάνει το κόστος παραγωγής, μεταφορών και λειτουργίας των επιχειρήσεων. Από την άλλη, τα υψηλά επιτόκια αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης και περιορίζουν τη ρευστότητα. Ακριβή ενέργεια και ακριβό χρήμα λειτουργούν πλέον ταυτόχρονα, δημιουργώντας μια διπλή πίεση στην πραγματική οικονομία και ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Η νέα άνοδος του πετρελαίου ανέδειξε πόσο ευάλωτη παραμένει η Ευρώπη στις γεωπολιτικές αναταράξεις. Η κρίση στη Μέση Ανατολή, οι περιορισμοί στις ενεργειακές και ναυτιλιακές ροές και η αβεβαιότητα γύρω από κρίσιμες διαδρομές έχουν ενσωματώσει ένα σημαντικό γεωπολιτικό ασφάλιστρο στις τιμές. Το Brent κινείται γύρω από το κρίσιμο όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, με σημαντικές διακυμάνσεις, ενώ το κόστος φυσικού αερίου, καυσίμων, ναύλων και ασφαλίσεων επιβαρύνει ολόκληρη την ευρωπαϊκή εφοδιαστική αλυσίδα.

Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με το δύσκολο καθήκον να συγκρατήσει τις νέες πληθωριστικές πιέσεις χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά την ανάπτυξη. Στις 10 Σεπτεμβρίου αύξησε τα βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, με το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων να διαμορφώνεται στο 2,5%. Η ΕΚΤ συνδέει την επιδείνωση των πληθωριστικών προοπτικών κυρίως με την ενεργειακή αναταραχή που προκάλεσε η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.

Εδώ βρίσκεται το οικονομικό παράδοξο. Τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν να περιορίσουν τη ζήτηση και τις δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις. Δεν μπορούν, όμως, να αυξήσουν την παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου, να αποκαταστήσουν μια ενεργειακή υποδομή ή να μειώσουν τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου στη ναυτιλία. Με άλλα λόγια, η νομισματική πολιτική καλείται να αντιμετωπίσει έναν πληθωρισμό που σε σημαντικό βαθμό εισάγεται από την πλευρά της προσφοράς.

Για τις ΜμΕ, αυτή η κατάσταση μεταφράζεται σε επτά συγκεκριμένες επιπτώσεις:

1.Αυξάνεται το κόστος παραγωγής, με την ηλεκτρική ενέργεια, τα καύσιμα και τις ενεργειακές πρώτες ύλες να επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα σχεδόν κάθε οικονομική δραστηριότητα.

2.Αυξάνεται το κόστος μεταφορών και logistics, ιδιαίτερα για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με μεγάλη εξάρτηση από θαλάσσιες και οδικές μεταφορές.

3.Αυξάνεται το κόστος δανεισμού. Μια μικρομεσαία επιχείρηση που χρειάζεται κεφάλαιο κίνησης για αποθέματα, μισθοδοσία ή επενδύσεις αντιμετωπίζει υψηλότερη χρηματοοικονομική επιβάρυνση. Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο επειδή η άνοδος των τιμών σημαίνει ότι απαιτείται πλέον περισσότερο κεφάλαιο κίνησης για την ίδια ποσότητα εμπορευμάτων.

4.Πιέζεται η ρευστότητα. Όταν αυξάνονται ταυτόχρονα λογαριασμοί ενέργειας, μεταφορικά και τόκοι, το διαθέσιμο ταμειακό απόθεμα περιορίζεται. Και για τις μικρότερες επιχειρήσεις η ρευστότητα είναι συχνά σημαντικότερη ακόμη και από τη λογιστική κερδοφορία.

5.Περιορίζεται η κατανάλωση. Τα νοικοκυριά διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για ενέργεια, καύσιμα, τρόφιμα και εξυπηρέτηση δανείων, αφήνοντας λιγότερο διαθέσιμο εισόδημα για λιανικό εμπόριο και υπηρεσίες.

6.Αναβάλλονται επενδύσεις. Όταν το κόστος χρήματος είναι υψηλό και η μελλοντική ζήτηση αβέβαιη, πολλές επιχειρήσεις μεταθέτουν επενδυτικές αποφάσεις. Αυτό όμως δημιουργεί έναν δεύτερο κίνδυνο να καθυστερούν επενδύσεις στην ενεργειακή αποδοτικότητα, στην ψηφιοποίηση και στην παραγωγικότητα, οι οποίες είναι ακριβώς εκείνες που θα μπορούσαν να μειώσουν μελλοντικά το λειτουργικό κόστος.

7.Πιέζονται η ανταγωνιστικότητα και η ανάπτυξη, αφού η ΕΚΤ προβλέπει πλέον για την Ευρωζώνη πληθωρισμό άνω του 3% το 2026, ενώ η ανάπτυξη παραμένει ασθενής. Η ενεργειακή επιβάρυνση, εάν παραταθεί, μπορεί να μεταφερθεί από τις τιμές ενέργειας στις υπηρεσίες και στα υπόλοιπα αγαθά.

Για την Ελλάδα η εξίσωση αποκτά πρόσθετη σημασία, καθώς η οικονομία μας επηρεάζεται τόσο ως εισαγωγέας ενέργειας όσο και μέσω του εμπορίου, των μεταφορών και της ναυτιλίας. Παράλληλα, οι ΜμΕ αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα του επιχειρηματικού ιστού και έχουν μικρότερα περιθώρια απορρόφησης παρατεταμένων αυξήσεων κόστους. Η απάντηση, επομένως, χρειάζεται να είναι στοχευμένη, με εργαλεία εγγυοδοσίας και χρηματοδότησης για υγιείς ΜμΕ, επιτάχυνση ενεργειακών επενδύσεων, κίνητρα εξοικονόμησης και αυτοπαραγωγής, καθώς και παρεμβάσεις που δεν θα δημιουργούν νέο γενικευμένο πληθωριστικό αποτέλεσμα.

Η αλληλουχία είναι πλέον ξεκάθαρη: Από την αύξηση της ενέργειας, του πληθωρισμού και των επιτοκίων περνάμε στη μείωση της ρευστότητας, των επενδύσεων και της ανάπτυξης. Το μεγάλο στοίχημα για την οικονομική πολιτική είναι να σπάσει αυτήν την αλυσίδα. Γιατί το ακριβό πετρέλαιο αυξάνει το κόστος λειτουργίας της οικονομίας, ενώ το ακριβό χρήμα αυξάνει το κόστος αντιμετώπισής του. Όταν τα δύο συμπίπτουν χρονικά, η πίεση στην πραγματική οικονομία και ειδικά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν προστίθεται απλώς, αλλά πολλαπλασιάζεται.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ



Διαβάστε επίσης