Χρ. Σταϊκούρας: Μετά το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας: Το επόμενο βήμα της ελληνικής οικονομίας

Του
ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑ
Βουλευτή ΝΔ, Καθηγητή Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών


Υπάρχουν ορισμένες οικονομικές πολιτικές που η σημασία τους δεν αποτιμάται όταν εφαρμόζονται, αλλά αρκετά χρόνια αργότερα, από το αποτύπωμα που αφήνουν στην οικονομία. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) είναι μία από αυτές.

Η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μία πρωτοφανή ευρωπαϊκή ευκαιρία: Σημαντικούς κοινοτικούς πόρους, το μεγαλύτερο πακέτο ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, συνδεδεμένους όχι μόνο με επενδύσεις, αλλά και με μεταρρυθμίσεις. Η πρόκληση ήταν διπλή. Αφενός, να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά οι διαθέσιμοι πόροι. Αφετέρου, να κατευθυνθούν σε παρεμβάσεις που θα ενίσχυαν το παραγωγικό δυναμικό της χώρας.

Καθώς ο κύκλος του Ταμείου πλησιάζει στην ολοκλήρωσή του, με στόχο να είναι πλήρης η αξιοποίηση του εθνικού φακέλου των 36 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται πλέον από το «τι χρηματοδοτήθηκε» στο «τι μένει πίσω». Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη συζήτηση που πρέπει να ανοίξει σήμερα. Το ΤΑΑ δεν μπορεί να αποτελέσει μια παρένθεση αυξημένων επενδύσεων. Η αξία του θα κριθεί από το εάν οι επενδύσεις και οι μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν θα συνεχίσουν να παράγουν αποτελέσματα όταν οι συγκεκριμένοι ευρωπαϊκοί πόροι δεν θα είναι πλέον διαθέσιμοι. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει τώρα να περάσει σε μια νέα φάση.

Για πολλά χρόνια, το επενδυτικό έλλειμμα αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Παρά το γεγονός ότι αυτό κλείνει σημαντικά (από το 11% το 2019 στο 16% το 2023 και στο 17% το 2025), εξακολουθεί να υφίσταται απόσταση από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο (στο 21% το 2025).

Το ΤΑΑ συνέβαλε ουσιαστικά στην αντιστροφή αυτής της εικόνας. Όμως, η διατηρήσιμη αύξηση των επενδύσεων δεν μπορεί να εξαρτάται από έκτακτα ευρωπαϊκά εργαλεία. Χρειάζεται να ενεργοποιηθεί πολύ περισσότερο το ιδιωτικό κεφάλαιο. Αυτό προϋποθέτει ένα περιβάλλον στο οποίο ο επενδυτής μπορεί να σχεδιάσει με ορίζοντα πολλών ετών: Σταθερούς κανόνες, ταχύτερη δικαιοσύνη, αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, σύγχρονες υποδομές και πρόσβαση σε χρηματοδότηση.

Χρειάζεται, παράλληλα, να διευρυνθούν οι διαθέσιμες πηγές χρηματοδότησης. Οι τράπεζες έχουν σημαντικό και ενισχυμένο ρόλο σε μια τραπεζοκεντρική αγορά, αλλά δεν αρκούν. Η κεφαλαιαγορά, οι θεσμικοί επενδυτές, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και οι αποτελεσματικές συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορούν να κινητοποιήσουν πρόσθετους πόρους για παραγωγικές επενδύσεις. Το ζητούμενο είναι απλό στη διατύπωση, σύνθετο στην εφαρμογή: Κάθε δημόσιο ευρώ να μπορεί να κινητοποιεί πολλαπλάσια ιδιωτικά κεφάλαια.

Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση αφορά το είδος της ανάπτυξης που θέλουμε. Δεν έχουν όλες οι επενδύσεις την ίδια επίδραση στην οικονομία. Η Ελλάδα χρειάζεται επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα, ενισχύουν την εξωστρέφεια και δημιουργούν καλύτερες θέσεις εργασίας. Επενδύσεις στην τεχνολογία και στην καινοτομία, στην ενέργεια, στις μεταφορές και στα logistics, στις ψηφιακές υποδομές, στις δεξιότητες και στις επιχειρήσεις που μπορούν να ανταγωνιστούν στις διεθνείς αγορές.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της μετάβασης σε ένα πιο σύγχρονο παραγωγικό πρότυπο. Δεν αρκεί να αυξάνεται το ΑΕΠ. Πρέπει να αυξάνεται η παραγωγική ικανότητα της οικονομίας, η οποία, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί, παραμένει χαμηλή (παραγωγικότητα στο 54% του μέσου ευρωπαϊκού όρου). Γιατί αυτή είναι που επιτρέπει, σε δεύτερο χρόνο, υψηλότερους μισθούς, περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης και μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα.

Υπάρχει, όμως, και μία διάσταση του ΤΑΑ που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε οικονομικούς δείκτες. Είναι οι μεταρρυθμίσεις. Η ψηφιοποίηση του κράτους, η απλοποίηση διαδικασιών, η βελτίωση της φορολογικής διοίκησης, η ενεργειακή αναβάθμιση, η ανάπτυξη δεξιοτήτων και η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος έχουν αξία όχι μόνο επειδή χρηματοδοτούνται σήμερα, αλλά επειδή μπορούν να μειώνουν μόνιμα το κόστος λειτουργίας της οικονομίας. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη παρακαταθήκη που πρέπει να διαφυλαχθεί. Οι μεταρρυθμίσεις δεν πρέπει να σταματήσουν επειδή ολοκληρώνεται ένα συγκεκριμένο χρηματοδοτικό πρόγραμμα. Αντίθετα, η ολοκλήρωση του ΤΑΑ πρέπει να σηματοδοτήσει τη μετάβαση από την περίοδο των μεγάλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών παρεμβάσεων σε μια περίοδο όπου η ανταγωνιστικότητα, η παραγωγικότητα και η ιδιωτική επένδυση θα αποτελούν τους βασικούς κινητήρες της ανάπτυξης.

Η Ελλάδα έχει σήμερα μια διαφορετική αφετηρία από εκείνη που είχε πριν από λίγα χρόνια. Η δημοσιονομική αξιοπιστία έχει ενισχυθεί, η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά, η επενδυτική δραστηριότητα έχει αυξηθεί, η χώρα έχει προσελκύσει σημαντικά κεφάλαια και έχει αποκτήσει μεγαλύτερη αξιοπιστία στις διεθνείς αγορές.

Αυτή η πρόοδος δημιουργεί δυνατότητες. Δεν εξασφαλίζει, όμως, από μόνη της το μέλλον. Το πραγματικό τεστ είναι εάν μπορούμε να μετατρέψουμε αυτήν τη βελτιωμένη αφετηρία σε μια οικονομία που παράγει περισσότερο, επενδύει περισσότερο και δημιουργεί υψηλότερη προστιθέμενη αξία.

Γι’ αυτό και η συζήτηση για την επόμενη ημέρα του ΤΑΑ δεν πρέπει να είναι μια συζήτηση για το πώς θα αντικαταστήσουμε έναν ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό μηχανισμό. Πρέπει να είναι μια συζήτηση για το πώς θα δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η ελληνική οικονομία να χρειάζεται λιγότερο τέτοιους έκτακτους μηχανισμούς. Αυτό σημαίνει ισχυρότερες επιχειρήσεις, περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις, βαθύτερη κεφαλαιαγορά, καλύτερους θεσμούς, σύγχρονες υποδομές και ανθρώπινο κεφάλαιο με τις δεξιότητες της νέας εποχής.

Το ΤΑΑ ήταν μια μεγάλη ευρωπαϊκή ευκαιρία. Η επόμενη πρόκληση είναι μεγαλύτερη: Να μετατρέψουμε την ευκαιρία αυτή σε μόνιμη παραγωγική δύναμη για την Ελλάδα. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της επόμενης ημέρας.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ



Διαβάστε επίσης