
Τυφλή πορεία στα ελληνοτουρκικά
Μπροστά στα αδιέξοδα τα οποία η ίδια προκάλεσε βρίσκεται η κυβέρνηση στα ελληνοτουρκικά, καθώς είναι πλέον σαφές ότι η υποτιθέμενη διαδικασία προσέγγισης έχει εδώ και μήνες σκοντάψει στις ευθείες αμφισβητήσεις της ελληνικής κυριαρχίας, οι οποίες ολοένα και διευρύνονται λόγω της υποχωρητικής στάσης που υιοθετήθηκε.
–Ο άξονας Τουρκίας – Λιβύης, απειλή για τα εθνικά μας συμφέροντα
Την ίδια ώρα, η Ανατολική Λιβύη, μετά την προσέγγισή της με την Τουρκία, κάνει καψώνια στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, στέλνοντας εκατοντάδες μετανάστες κάθε ημέρα στην Κρήτη, προκαλώντας ασφυξία στο νησί.
Και η Αθήνα υποτίθεται ότι έστρωσε το έδαφος με την επίσκεψη Γεραπετρίτη στη Βεγγάζη, όπου διαπίστωσε, όπως είπε, συναντίληψη για το διεθνές δίκαιο, με τελικό αποτέλεσμα το ευρωπαϊκό φιάσκο, καθώς οι υπάλληλοι του Χάφταρ, που αποτελούν την υποτιθέμενη κυβέρνηση, χαρακτήρισαν ανεπιθύμητη την αντιπροσωπεία της Κομισιόν και τους υπουργούς Μετανάστευσης της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Μάλτας και τους έδιωξαν από τη Βεγγάζη. Όπως όλα δείχνουν, η Ανατολική Λιβύη έχει διδαχθεί πολλά από τον νέο φίλο της, τον Ταγίπ Ερντογάν, στην εργαλειοποίηση του Μεταναστευτικού, που και πάλι έχει ως στόχο την Ελλάδα…

ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
Δεν είναι τυχαίο, φυσικά, ότι ο κ. Γεραπετρίτης έφυγε ικανοποιημένος από τη Βεγγάζη, λίγο πριν από το φιάσκο της επίσκεψης των ευρωπαίων υπουργών για το θέμα των μεταναστευτικών ροών, ενώ λίγες ημέρες νωρίτερα η διορισμένη κυβέρνηση της Βεγγάζης ξεσπάθωνε κατά της Ελλάδας για την προκήρυξη των οικοπέδων νοτίως της Κρήτης, υπερασπιζόμενη ουσιαστικά το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Πάντως, δεν ακούσαμε ούτε μισή λέξη από την πλευρά του Χάφταρ που να στέλνει καθησυχαστικό μήνυμα για τη μη αλλαγή στάσης του απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Στα ελληνοτουρκικά, ο Ταγίπ Ερντογάν διέψευσε τις τελευταίες προσδοκίες που είχαν απομείνει με τις δηλώσεις του την περασμένη εβδομάδα, απαντώντας στην ερώτηση για την ανησυχία της Ελλάδας σχετικά με την αγορά F-35 στην Τουρκία.
«Οι ανησυχίες της Ελλάδας σχετικά με τα βήματα που κάνουμε στον τομέα της άμυνας είναι αβάσιμες και χωρίς νόημα. Η Τουρκία δεν συνιστά απειλή για καμία χώρα η οποία δεν απειλεί την ασφάλεια και τα συμφέροντά της και δεν εκδηλώνει απέναντί της εχθρική στάση». Πολύ απλά, ο κ. Ερντογάν προειδοποιεί ότι η Τουρκία είναι απειλή για τις χώρες που κινούνται εναντίον των συμφερόντων και της ασφάλειας της Τουρκίας, κάτι που θεωρεί ότι κάνει η Ελλάδα…
Η κυβέρνηση, έχοντας διαβάσει λάθος τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, έσπευσε να συμπράξει τον Δεκέμβριο του 2023 στην έκδοση της Διακήρυξης των Αθηνών, η οποία αποτέλεσε μια σημαντική επιτυχία της τουρκικής διπλωματίας, καθώς με την αόριστη υπόσχεση των «ήρεμων νερών» εξασφαλίστηκε η υπογραφή της Ελλάδας σε δέσμευση που πρακτικά μεταφραζόταν τελικά σε αποχή από την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της, χωρίς τη συναίνεση της Τουρκίας.
Οι προειδοποιήσεις ήδη από εκείνη τη στιγμή ήταν πολλές, τις οποίες επιχειρούσε κάθε φορά να διασκεδάσει η κυβέρνηση, προβάλλοντας το επίτευγμα του περιορισμού των παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου από την Τουρκία, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό οφείλονταν σε άλλους λόγους: Στην ενεργή εμπλοκή της τουρκικής αεροπορίας σε επιχειρήσεις στη Βόρεια Συρία και στο Βόρειο Ιράκ, στην επιφυλακτικότητα λόγω των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή και κυρίως στο γεγονός ότι σχεδόν δεν υπήρχε λόγος να γίνονται, μιας και η Τουρκία έχει επιτύχει τη δραματική μείωση των ελληνικών ασκήσεων στην περιοχή του Ανατολικού Αιγαίου, μετατρέποντας σταδιακά την περιοχή σε ουδέτερη ζώνη. Το πρώτο διάστημα μάλιστα ήταν ενδεικτικό: Ακόμα και αν υπήρχε κάποια παραβίαση, αποφεύγονταν οι αναχαιτίσεις από ελληνικής πλευράς.

Φωτο: Ελληνικό Υπουργείο εξωτερικών/λογαριασμός στο Facebook
Όλο αυτό το διάστημα, τα υποτιθέμενα ήρεμα νερά, που πρόβαλλε σε κάθε ευκαιρία η κυβέρνηση, χρησιμοποιήθηκαν από την Τουρκία για να μπορέσει να… ξεπλυθεί ο αναθεωρητισμός της στα μάτια των συμμάχων στο ΝΑΤΟ και των ευρωπαίων εταίρων.
Όταν υπήρχε κάποια σύνοδος κορυφής, η ελληνική κυβέρνηση –δείχνοντας να κάνει αγγαρεία κάθε φορά– απλώς ανέφερε ότι υπάρχει και η «τουρκική απειλή», χωρίς όμως να προβάλλει σθεναρή στάση, ώστε να διατηρηθεί στο προσκήνιο το τι σημαίνει μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και φιλόδοξη υποψήφια για ένταξη στην ΕΕ να κατέχει έδαφος ευρωπαϊκής χώρας και να απειλεί ευθέως και να διεκδικεί έδαφος άλλης ευρωπαϊκής και συμμάχου χώρας.
Έτσι, η Αθήνα έχασε ένα σημαντικό πλεονέκτημα, το οποίο επέβαλε στην Τουρκία για κάθε βήμα προς την Ευρώπη να κάνει αντίστοιχα βήματα εξομάλυνσης των σχέσεων με την Ελλάδα και την Κύπρο και εγκατάλειψη της αναθεωρητικής ατζέντας.
Σήμερα, πλέον, όλοι αντιλαμβάνονται ότι με την αλλαγή στον Λευκό Οίκο η Τουρκία έχει έναν εντελώς διαφορετικό, αναβαθμισμένο ρόλο, έχοντας απαλλαγεί σε μεγάλο βαθμό από τις υποχρεώσεις της έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου.
Ακολουθώντας μια τυχοδιωκτική πολιτική, ο Ταγίπ Ερντογάν, ισορροπώντας με τα δύο πόδια σε δύο βάρκες, ανέλαβε σοβαρά ρίσκα, τα οποία όμως για την ώρα φαίνεται ότι του βγαίνουν, καθώς ισχυροποιεί τη θέση του και τον περιφερειακό ρόλο της Τουρκίας.
Η Ελλάδα, με επιλογή της κυβέρνησης, προκειμένου να αποφύγει να αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα των ελληνοτουρκικών, επέλεξε να προβεί σε μια σειρά υποχωρήσεων, θεωρώντας ότι ο κατευνασμός της θα καλοπιάσει τον Ταγίπ Ερντογάν. Τελικά, όμως, οι υποχωρήσεις αυτές τροφοδότησαν ακόμη πιο έντονα την… όρεξη της Τουρκίας.
Διαβάστε επίσης: Λιβύη – Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Η αδράνεια και οι αποτυχημένες επιλογές θέτουν σε δοκιμασία την αξιοπιστία της χώρας και τα εθνικά συμφέροντα
Η απαγόρευση από την Τουρκία στις έρευνες για την ηλεκτρική διασύνδεση, η επιβολή στην πράξη του τουρκολιβυκού μνημονίου, οι συνεχείς αναβολές στην οριοθέτηση των θαλάσσιων πάρκων –τα οποία συρρικνώθηκαν, ώστε να μην περιλαμβάνουν τις νησίδες που θεωρεί «γκρίζες ζώνες» η Τουρκία–, η παρουσίαση ενός χάρτη για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, ο οποίος έχει μείνει για εσωτερική κατανάλωση και ουδέποτε κατατέθηκε στην Κομισιόν, οι υποχωρήσεις και στο Κυπριακό συνθέτουν ένα σκηνικό χώρας υπό κηδεμονία.
Στο Κυπριακό, όπου η κυβέρνηση και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης καυχώνται ότι η προσέγγιση με την Τουρκία βοήθησε δήθεν να ξεκινήσουν οι συνομιλίες, επιχειρείται η εξαπάτηση της κοινής γνώμης. Συνομιλίες για το Κυπριακό δεν έχουν αρχίσει. Η μία πενταμερής του Μαρτίου και η προγραμματισμένη πενταμερής για αυτήν την εβδομάδα στη Νέα Υόρκη δεν είναι τίποτε άλλο παρά η σταδιακή διολίσθηση προς μια συζήτηση για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) μεταξύ δύο οντοτήτων, εξομοιώνοντας έτσι την Κυπριακή Δημοκρατία με το ψευδοκράτος.
Χωρίς αναφορές –όπως έγινε τον Μάρτιο στη Γενεύη– στις βασικές αρχές επίλυσης του Κυπριακού σύμφωνα με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, αρχίζει να αιωρείται και στο πλαίσιο αυτών των συζητήσεων η κόκκινη γραμμή που θέτει η Τουρκία για λύση δύο κρατών.
Συζήτηση επί του Κυπριακού στη βάση των αποφάσεων του ΣΑ του ΟΗΕ δεν έχει υπάρξει ούτε προβλέπεται να υπάρξει στο άμεσο μέλλον, όσο κι αν επιμένει να το προβάλλει αυτό η ελληνική κυβέρνηση.
Αλλά και στο πεδίο της Ανατολικής Μεσογείου το σκηνικό επιδεινώνεται. Η Αίγυπτος μπορεί να αποτελεί έναν σταθερό συνομιλητή της Αθήνας, αλλά έχει αποκαταστήσει τις σχέσεις της με την Τουρκία. Μάλιστα, παρά την αμοιβαία καχυποψία μεταξύ Ερντογάν και Σίσι, είναι προφανές ότι οι δύο μεγάλες μουσουλμανικές χώρες θα βρουν modus vivendi για διαμοιρασμό ισχύος και στη Μέση Ανατολή και, κυρίως, στην Ανατολική Μεσόγειο μόλις το επιτρέψει το γεωπολιτικό περιβάλλον, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την Ελλάδα.
Διότι δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι ακόμα και αυτή η μερική οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου έγινε αφού υποχρεώθηκε η Ελλάδα να καταβάλει υψηλό κόστος, αποδεχόμενη μειωμένη επήρεια στα νησιά, ακόμη και στην Κάρπαθο, στη Ρόδο και στην Κρήτη. Όμως, ανατολικά του 28ου μεσημβρινού παραμένει σε εκκρεμότητα, καθώς το Κάιρο δεν ήθελε να κλείσει το παράθυρο στην Τουρκία και σε μια μελλοντική μεταξύ τους οριοθέτηση, η οποία περνούσε στην αιγυπτιακή πλευρά μεγάλο μέρος της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Η ακρίβεια, η οργή των πολιτών και η κατήφεια στην αγορά
Είναι το ίδιο πρόβλημα που αντιμετωπίζει τώρα η Αθήνα με τη Λιβύη. Όπου, παρά την καθυστερημένη για σχεδόν τρία χρόνια πρώτη επαφή του Γιώργου Γεραπετρίτη με τον στρατηγό Χάφταρ, η Ανατολική Λιβύη παίζει εκβιαστικά το παιχνίδι με την Ελλάδα, κρατώντας σε εκκρεμότητα την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, ώστε να μη συγκρουστεί με την Αθήνα, για να μην έχει συνέπειες όσον αφορά την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Όμως, καθίσταται ολοένα και πιο σαφές ότι, αν ομαλοποιηθεί η κατάσταση και σχηματιστεί νέα, νομιμοποιημένη εξουσία στη Λιβύη, μια ενιαία κυβέρνηση είναι εξαιρετικά δύσκολο να υποχωρήσει από το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο προσφέρει στη Λιβύη ένα μεγάλο κομμάτι της νόμιμης ελληνικής υφαλοκρηπίδας νοτίως της Κρήτης.
Έτσι, με τη «Γαλάζια Πατρίδα», η Τουρκία έχει κατορθώσει να δυναμιτίσει τις σχέσεις της Ελλάδας με τη Λιβύη και να υπονομεύσει μακροπρόθεσμα τις σχέσεις με την Αίγυπτο.
Απέναντι σε αυτήν τη διαμορφούμενη αρνητική κατάσταση, η κυβέρνηση απλώς παρακολουθεί και εύχεται να μη συμβεί το χειρότερο, επιμένοντας σε έναν κατευνασμό ο οποίος την έχει οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ
Φωτο: Συνάντηση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Τουρκίας Recep Tayyip Erdogan, Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2023. (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)