Το τέλος του μεταπολεμικού κόσμου και οι προοπτικές για μια νέα διεθνή τάξη

Το τέλος του μεταπολεμικού κόσμου και οι προοπτικές για μια νέα διεθνή τάξη


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


Η ρήξη στις σχέσεις ΗΠΑ και Ευρώπης, με αφορμή τη Γροιλανδία αλλά και το Συμβούλιο Ειρήνης στη Γάζα, σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης περιόδου που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ήττα των δυνάμεων του Άξονα.

Ιδρύθηκαν τότε ο ΟΗΕ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα ως παρεμβατικοί και ρυθμιστικοί θεσμοί της διεθνούς τάξεως που δημιουργήθηκε με την ισχυρή καθοδήγηση των ΗΠΑ, που ανεδόθη από τον πόλεμο ως η ισχυρότερη στρατιωτική, πολιτική και οικονομική δύναμη και ηγέτιδα του λεγομένου Ελεύθερου Κόσμου. Τότε ανεγνωρίσθη και το Αμερικανό νόμισμα, το δολάριο, ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα, συνδεδεμένο όμως με τον χρυσό, ώστε να διασφαλίζεται μια σταθερή και, όσο το δυνατόν, αντικειμενική ισοτιμία και να αποφεύγεται η καταχρηστική χρήση του από τις ΗΠΑ.

Η κατάσταση αυτή, σε ό,τι αφορά το δολάριο, διήρκεσε μέχρι το 1971, όταν ο Πρόεδρος Νίξον κατήργησε μονομερώς τη σύνδεση του δολαρίου με τον χρυσό και εισήγαγε την ιδέα του λεγομένου χάρτινου χρυσού, υποστηρίζοντας ότι το δολάριο είναι τόσο καλό και αξιόπιστο όσο ο χρυσός. Η αποσύνδεση του δολαρίου από τον χρυσό άνοιξε διάπλατα την πόρτα των Αμερικανικών καταχρήσεων, σε ό,τι αφορά τον αποθεματικό ρόλο του, και αυτό συνιστά ένα από τα μεγάλα προβλήματα των διεθνών νομισματικών και εμπορικών ανταλλαγών.

Παρά τα προβλήματα και τις εσωτερικές αντιθέσεις, η ενιαία Δύση, που ανέκυψε από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρέμεινε ενωμένη υπό την αναμφισβήτητη ηγεσία των ΗΠΑ. Οι τελευταίες αντιμετώπιζαν τις Διατλαντικές Σχέσεις ως το θεμέλιο της Δυτικής Συμμαχίας και ενότητας, που εκφραζόταν μέσα από το ΝΑΤΟ. Στο πλαίσιο αυτό, οι ΗΠΑ ήταν αντίθετες σε οποιαδήποτε κίνηση αυτονομήσεως και ανεξαρτησίας της Ευρώπης, όπως οι ιδέες του Στρατηγού Ντε Γκολ στη Γαλλία. Ήταν επίσης αντίθετες στην ανάπτυξη στρατηγικών σχέσεων μεταξύ Ευρώπης και Σοβιετικής Ενώσεως / Ρωσίας, ακόμη και μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Οι ΗΠΑ φοβόντουσαν ότι η ανάπτυξη στρατηγικών σχέσεων μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπονόμευση των διατλαντικών σχέσεων και σε ανεπιθύμητη γεωπολιτική αυτονομία της Ευρώπης. Οι στενές ενεργειακές σχέσεις της Γερμανίας με τη Ρωσία αντιμετωπίζονταν γι’ αυτό με μεγάλη δυσφορία και εχθρότητα. Ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει τον δρόμο που διανύθηκε από τότε και τη σημερινή κατάσταση των σχέσεων μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ.

Η παγκοσμιοποίηση είναι ένας από τους κύριους λόγους που ώθησαν στη σταδιακή αποστασιοποίηση μεταξύ των δύο πλευρών και στη διάπλαση του υποτιθεμένου κοινού οράματος που διέπνεε τις σχέσεις τους. Η τελευταία άρχισε από τις ΗΠΑ, στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90 και κυρίως επί Προεδρίας Κλίντον. Η θεωρία της ακολουθούσε την πτώση της Σοβιετικής Ενώσεως και την ανάδειξη των ΗΠΑ ως μονοπολικής δύναμης του κόσμου. Με λίγα λόγια, υποβαλλόταν η ιδέα ότι η παγκοσμιοποίηση θα προσέφερε την οικονομική βάση της πολιτικής ηγεμονίας των ΗΠΑ.

Στην πραγματικότητα, όμως, η παγκοσμιοποίηση εξέφραζε τα ειδικότερα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που αναζητούσε νέες αγορές και νέα σύνορα άκοπης κερδοφορίας και κερδοσκοπίας, εκμεταλλευόμενο τη διαφορά επιπέδων ζωής και αναπτύξεως στον κόσμο.

Σε πρώτη φάση, η παγκοσμιοποίηση χαιρετίσθηκε ως μια νέα πολιτική που διαχέει την ανάπτυξη πάνω από σύνορα και ανοίγει τις αγορές στα προϊόντα των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών. Θα μπορούσε, επομένως, να υποκαταστήσει, ως πιο αποτελεσματική, τον περίφημο Διάλογο Βορρά – Νότου, που αφορούσε τη μεταφορά πόρων και τεχνογνωσίας από τον πλούσιο Βορρά στον φτωχό Νότο.

Γρήγορα, όμως, έγινε φανερό ότι η παγκοσμιοποίηση, στο ίδιο το λίκνο της, στις ΗΠΑ, είχε πολύ αρνητικές επιπτώσεις. Ευνοούσε τα συμφέροντα και τα κέρδη ιδιωτικών εταιρειών, αλλά εξελισσόταν αρνητικά για τα συμφέροντα και τα κέρδη του κράτους. Αυτό εκφραζόταν με τη μεταφορά της παραγωγής σε τρίτες φθηνές χώρες και την τεράστια αύξηση των εισαγωγών. Είναι ενδεικτικό, από την άποψη αυτή, το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, το πλουσιότερο κράτος του κόσμου, άρχισαν να συσσωρεύουν εμπορικό έλλειμμα 2 τρισ. δολαρίων κάθε χρόνο.

Η Ευρώπη, ενώ ήταν διστακτική στην αρχή, αγκάλιασε στη συνέχεια την παγκοσμιοποίηση και την παρελκόμενη απ’ αυτήν woke agenda και τη λαθρομετανάστευση. Όταν οι ΗΠΑ προχώρησαν, με την εκλογή Τραμπ, στην ανατροπή της πολιτικής αυτής, οι Ευρωπαίοι όχι μόνο δεν συμπορεύθηκαν, αλλά είδαν τον εαυτό τους ως τον σημαιοφόρο μιας πολιτικής που εκφράζει και τους αντιπάλους του Τραμπ στις ΗΠΑ.

Το ίδιο συνέβη με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ενώ ο πόλεμος είχε αρχίσει, με την πλήρη υποστήριξη του Αμερικανού Προέδρου Μπάιντεν, όταν οι ΗΠΑ, με τον νέο Πρόεδρό τους, άλλαξαν πολιτική και επιδιώκουν τον τερματισμό του πολέμου, οι Ευρωπαίοι ηγέτες παρέμειναν προσκολλημένοι στην ίδια πολιτική και υπερθεματίζουν υπέρ της συνεχίσεως ενός πολέμου που άρχισε, υποτίθεται, με Ρωσική εισβολή, η οποία όμως προκλήθηκε από την ακολουθούμενη πολιτική έναντι της Ρωσίας από το ΝΑΤΟ.

Οι αξιώσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία αλλά και το Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα ήρθαν να λειτουργήσουν ως καταλύτες για την πλήρη ρήξη μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, η αγνόηση των Ευρωπαίων ηγετών από τον Τραμπ στις συζητήσεις του με τον Πούτιν είχε ως εύλογο επιχείρημα τη στάση των Ευρωπαίων ηγετών, που αντιδρούσαν στην προώθηση μιας ρεαλιστικής, συμβιβαστικής λύσεως. Στην περίπτωση, όμως, της Γροιλανδίας, ετέθη ευθέως το θέμα της ισχύος του διεθνούς δικαίου, της αρχής της κυριαρχίας και των ίδιων των αρχών και των συνθηκών του ΝΑΤΟ, εφόσον η Δανία και η Γροιλανδία είναι μέλη του ΝΑΤΟ.

Κατά τον ίδιο τρόπο, το προταθέν από τον Αμερικανό Πρόεδρο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα υπερβαίνει κατά πολύ το θέμα της Γάζας και παρουσιάζεται ως ένας ευρύτερος διεθνής θεσμός που θα έχει ως αντικείμενο την επίλυση μεγάλων διεθνών διαφορών και τη διασφάλιση της ειρήνης. Από την άποψη αυτή, ο νέος προτεινόμενος θεσμός ανταγωνίζεται τον ΟΗΕ και το Συμβούλιο Ασφαλείας. Το γεγονός επίσης ότι η προτεινόμενη λειτουργία του θα έχει επικεφαλής τον ίδιο τον Αμερικανό Πρόεδρο δημιουργεί άλλο ένα θέμα, που αντιφάσκει με την κυριαρχία και τη συνταγματικότητα των κρατών. Μεγάλα κράτη, όπως, π.χ., η Γαλλία και η Μ. Βρετανία, που είναι μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, δεν θα ήθελαν, προφανώς, να υποβιβασθούν σε απλά μέλη ενός Συμβουλίου Ειρήνης υπό τον Αμερικανό Πρόεδρο.

Η αναδίπλωση Τραμπ στο θέμα της Γροιλανδίας, με τη δήλωση ότι δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει βία, αφήνει ανοικτό το πεδίο για τη διαπραγμάτευση μιας φόρμουλας που θα δίνει ικανοποίηση στις διεκδικήσεις Τραμπ, αλλά θα διασώζει ταυτόχρονα και τα προσχήματα του σεβασμού των αρχών και της κυριαρχίας της Δανίας και της Γροιλανδίας. Η ύφεση αυτή ανέκοψε και την περαιτέρω εξέλιξη και επιδείνωση στις σχέσεις ΗΠΑ – Ευρώπης.

Σε ό,τι αφορά το Συμβούλιο της Ειρήνης, εάν δεν επέλθουν σημαντικές τροποποιήσεις στο καταστατικό του, δεν αφήνει περιθώρια συμμετοχής της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η κατάσταση αυτή θέτει σε πολύ δύσκολη θέση την Ελλάδα και την Κύπρο, που, ως χώρες της περιοχής, έχουν κάθε λόγο και συμφέρον να είναι παρούσες στις συζητήσεις και διαπραγματεύσεις γι’ αυτήν, και όχι μόνον. Η Ελλάδα, δυστυχώς, έσπευσε να καταστρέψει τις σχέσεις της με τη Ρωσία λόγω Ουκρανίας και καλείται τώρα να θέσει σε δοκιμασία τις σχέσεις της και με τις ΗΠΑ, με τις οποίες έχει, ως γνωστόν, τη σχέση 3 συν 1, Ελλάδα δηλαδή Κύπρος, Ισραήλ συν ΗΠΑ.

Η σχέση αυτή έχει καθοριστική σημασία για την Ελλάδα και την Κύπρο γιατί διασυνδέεται με την ασφάλεια και τα ζωτικά τους συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να διαφυλάξουν ως κόρη οφθαλμού αυτήν τη σχέση, βρίσκοντας τρόπους με τους οποίους να συμβιβάσουν τον σεβασμό των αρχών και της Ευρωπαϊκής αλληλεγγύης με τα ζωτικά και υπαρξιακά τους συμφέροντα στην περιοχή.

Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές στις σχέσεις Ευρώπης – ΗΠΑ, θα έλεγε κανείς ότι ουδέν κακό αμιγές καλού. Η Ευρώπη έχει σήμερα το ελεύθερο για να προωθήσει τη γεωπολιτική αυτονομία και ανεξαρτησία της. Θα πρέπει να το κάνει παράλληλα όμως με την εσωτερική της ανασυγκρότηση, που θα της προσδώσει την απαιτούμενη συνοχή, ενότητα και δημοκρατική διακυβέρνηση, με σεβασμό των εθνικών κρατών και των λαών της.

Η σπουδή για μια νέα μεγάλη διεύρυνση και την κατεπείγουσα ένταξη της Ουκρανίας για γεωπολιτικούς λόγους, η εμμονή της στην παγκοσμιοποίηση και στη woke agenda, η υπόθαλψη από τους ίδιους τους θεσμούς των Βρυξελλών της λαθρομεταναστεύσεως, με πρόσχημα ένα καταχρηστικό άσυλο που χωράει τους πάντες, η υστερία κατά της Ρωσίας και η σκόπιμη καλλιέργεια του αφηγήματος για μια δήθεν Ρωσική απειλή στην Ευρώπη δεν είναι ενδείξεις που βοηθούν για μια άλλη πορεία και μια νέα Ευρώπη.

Οι διεθνείς, όμως, εξελίξεις και η στάση ιδίως της σημερινής Αμερικανικής ηγεσίας ανοίγουν για την Ευρώπη ένα παράθυρο ευκαιρίας προς τη γεωπολιτική αυτονομία και την ανεξαρτησία. Η Ευρώπη πρέπει να επωφεληθεί, χωρίς επιμέρους ανταγωνισμούς μεταξύ των μελών της, που θα υπονόμευαν τη συλλογική ασφάλεια και πορεία προς το μέλλον. Είναι γνωστό, π.χ., ότι η εμμονή ορισμένων κυρίως βορείων Ευρωπαϊκών χωρών στον Ρωσικό κίνδυνο και η συστηματική αντι-Ρωσική πολιτική που συστήνουν υπονομεύουν τις σχέσεις της Ευρώπης στην ευρύτερη Ευρασία.

Υπονομεύουν όμως και την κοινή ασφάλεια και άμυνα, γιατί ορισμένες χώρες, με το επιχείρημα του Ρωσικού κινδύνου, υποβαθμίζουν τις απειλές σε βάρος της Κύπρου και της Ελλάδος που εκπορεύονται από την Άγκυρα και ζητούν μάλιστα η Τουρκία να συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια.

Με τα δεδομένα αυτά, μπορεί κανείς να είναι αισιόδοξος για το Ευρωπαϊκό μέλλον, αλλά πρέπει ταυτόχρονα να είναι περίσκεπτος και προβληματισμένος για την εσωτερική κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και τις δυνάμεις που κυριαρχούν σήμερα στην πολιτική της.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ