Εδώ και δεκαετίες, με αφορμή την προστασία του περιβάλλοντος και την επιτακτική ανάγκη της «πράσινης μετάβασης», οι κυβερνήσεις έστησαν ένα από τα πιο καλοκουρδισμένα αφηγήματα της σύγχρονης ιστορίας.
Με συνοπτικές διαδικασίες κατέστρεψαν ενεργειακές υποδομές δεκαετιών –τα παλιά, σταθερά εργοστάσια παραγωγής ρεύματος– και φόρτωσαν στις πλάτες των πολιτών δισεκατομμύρια ευρώ σε επιδοτήσεις για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Προκειμένου, όμως, να μαλακώσουν τις κοινωνικές αντιδράσεις για αυτό το τεράστιο κόστος, πούλησαν μία μεγάλη υπόσχεση: Το ρεύμα τελικά θα είναι πολύ πιο φθηνό, διότι, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, «ο αέρας και ο ήλιος δεν κοστίζουν τίποτα».
Αφού, λοιπόν, ξηλώθηκαν οι μονάδες βάσης, η πραγματικότητα χτύπησε την πόρτα των καταναλωτών, αλλά το αφήγημα απλώς άλλαξε. Ξαφνικά, δεν έφταιγαν αυτοί που καταβρόχθισαν δισεκατομμύρια σε επιδοτήσεις ούτε ο κακός σχεδιασμός. Έφταιγε ο καταναλωτής. Η ρητορική στράφηκε εναντίον του πολίτη, κατηγορώντας τον ότι η κατανάλωσή του έχει ξεπεράσει κάθε πρόβλεψη. Μας λένε πλέον ότι το δίκτυο δεν μπορεί να μας καλύψει, γιατί δήθεν δεν αντέχει την υπερφόρτωση και δεν έχει αρκετή ενέργεια να μας δώσει τις νυχτερινές ώρες.
Και κάπως έτσι φτάσαμε στο απόλυτο θέατρο του παραλόγου: Επειδή ακριβώς δεν έχουμε πού να βάλουμε την ενέργεια που παράγουμε τη μέρα, καταλήξαμε κυριολεκτικά να τη χαρίζουμε στους γείτονες. Τις μεσημεριανές ώρες, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών κορυφώνεται και η ενέργεια περισσεύει, η τιμή του ρεύματος στη χονδρεμπορική καταρρέει σχεδόν στο μηδέν. Τότε, η Βουλγαρία, η οποία προνόησε να εγκαταστήσει συστήματα αποθήκευσης, απορροφά το σχεδόν δωρεάν ελληνικό ρεύμα μέσω των διακρατικών συνδέσεων και το αποθηκεύει. Όταν, όμως, πέφτει η νύχτα και το δικό μας δίκτυο δεν έχει αρκετή ενέργεια να καλύψει τη ζήτηση, αναγκαζόμαστε να ανάψουμε τις πανάκριβες εγχώριες μονάδες φυσικού αερίου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, οι Βούλγαροι μας μεταπουλούν το ρεύμα που τους δώσαμε νωρίτερα τσάμπα επιβάλλοντας ένα αδιανόητο καπέλο, που αγγίζει ακόμα και το 2.000%.
Και εκεί που νομίζαμε ότι πιάσαμε πάτο, έρχεται το νέο αφήγημα για να μας σώσει. Το πρόβλημα, πλέον, μας λένε, είναι ότι χρειαζόμαστε μπαταρίες. Οι μεγάλοι εργολάβοι και επενδυτές, οι οποίοι φυσικά «θέλουν το καλό μας», ζητούν επιτακτικά να ρίξουμε μερικά δισεκατομμύρια ακόμα σε αυτούς για τεράστια συστήματα αποθήκευσης. Εκπρόσωποι του κλάδου επικρίνουν τις καθυστερήσεις της κυβέρνησης και ζητούν πλήρη απελευθέρωση της αγοράς μπαταριών, προειδοποιώντας για ένα ντόμινο κινδύνων και μαζικές περικοπές ρεύματος, που θα τινάξουν την οικονομία στον αέρα, αν δεν τους αφήσουν να επενδύσουν ελεύθερα. Το νέο παραμύθι, λοιπόν, υπαγορεύει πως, αν τους δώσουμε τα κίνητρα, τις άδειες και τον χώρο να χτίσουν τεράστιες μπαταρίες για να αποθηκεύουν το ρεύμα, τότε, επιτέλους, θα δούμε αυτούς τους περίφημους φθηνούς λογαριασμούς.
Είναι ένας αέναος κύκλος. Γκρεμίζουμε το παλιό, επιδοτούμε αδρά το καινούργιο, αποτυγχάνουμε στον σχεδιασμό, κατηγορούμε τον πολίτη και στο τέλος απαιτούμε νέες επενδύσεις για να διορθώσουμε το προηγούμενο λάθος. Το παραμύθι της φθηνής ενέργειας καλά κρατεί, αλλά ο μόνος που πληρώνει πάντα τον λογαριασμό –είτε με ακριβό ρεύμα είτε με επιδοτήσεις– είναι ο ίδιος ο καταναλωτής.